ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αγωνία για την ενότητα της Ευρωζώνης

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Mπορεί οι δηλώσεις του Αρνό Μοντεμπούρ κατά της πολιτικής λιτότητας της Αγκελα Μέρκελ να προκάλεσαν την αποπομπή του από το υπουργείο Οικονομίας της Γαλλίας και τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης στο Παρίσι, ωστόσο το γενικότερο περιεχόμενό τους συμμερίζονται ο πολιτικός του προϊστάμενος, Φρανσουά Ολάντ, η διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, ακόμη και ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι: η εμμονή του Βερολίνου με τη δημοσιονομική πειθαρχία υπονομεύει την ανάκαμψη της Ευρωζώνης. Αν στις αρχές του χρόνου υπήρχε διάχυτη η αίσθηση πως η κρίση έχει παρέλθει, στο τελευταίο τεύχος του ο βρετανικός Economist έχει κεντρικό τίτλο «Αυτή η αίσθηση ναυαγίου (πάλι)» και δείχνει μια χάρτινη βάρκα να βυθίζεται υπό το βάρος των Ευρωπαίων ηγετών, ενώ ο Ντράγκι αγωνίζεται στο πίσω μέρος της να βγάλει το νερό με έναν κουβά. Στασιμότητα, υψηλή ανεργία, απώλεια της ανταγωνιστικότητας και αποπληθωρισμός συνθέτουν ένα ζοφερό τοπίο. Από το δυσμενές κλίμα δεν μένει ανέγγιχτη εσχάτως ούτε η γερμανική οικονομία, εξαιτίας και των διεθνών κρίσεων, ειδικά στην Ουκρανία.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας διατυπώθηκαν ποικίλες απόψεις για την απόφαση του Ολάντ να απομακρύνει τον Μοντεμπούρ και να στρέψει τη νέα κυβέρνηση προς τα δεξιά. Ορισμένοι στη γαλλική αντιπολίτευση και στον Τύπο έκαναν μάλιστα λόγο για κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας της Γαλλίας και γερμανικό δάκτυλο στην παραίτηση της κυβέρνησης. Η Ουλρίκε Λίμπερτ, καθηγήτρια και μέλος του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Βρέμης, σχολιάζει στην «Κ»: «Είμαι πεπεισμένη πως δεν είναι προς το συμφέρον της Γερμανίδας καγκελαρίου να προκαλέσει μία κυβερνητική κρίση στη Γαλλία. Το αντίθετο: μια σταθερή γαλλική κυβέρνηση είναι κεντρική προϋπόθεση για τη συνεργασία Γαλλίας - Γερμανίας και τη διατήρηση της Ευρωζώνης».

Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν πάντως ότι υπάρχουν περιθώρια διαπραγμάτευσης μεταξύ των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης και του Βερολίνου. O Mάρτιν Κετλ του Guardian έγραψε την Πέμπτη ότι παρά την εκδίωξη της αριστερής πτέρυγας από την κυβέρνησή του και τη φθίνουσα δημοτικότητά του, ο Γάλλος πρόεδρος βρίσκεται στο σημείο για να αμφισβητήσει τη γερμανική ορθοδοξία και να οδηγήσει την Ευρωζώνη μακριά από τη λιτότητα.

Η Βίβιεν Σμιντ, κάτοχος της ευρωπαϊκής έδρας Jean Monnet και καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Boston University, συμφωνεί: «Πιστεύω ότι το Βερολίνο δεν θα αλλάξει την ευρωπαϊκή του πολιτική σε επίπεδο ρητορικής, είναι πιθανό όμως να το κάνει σε πρακτικό επίπεδο. Η αίσθησή μου είναι ότι η συζήτηση θα συνεχίσει να εστιάζεται στη λιτότητα και την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών. Ωστόσο η Κομισιόν θα υιοθετήσει αυξημένη ευελιξία στην πλήρωση των κριτηρίων και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ίσως επιχειρήσει να παράσχει κάποιου είδους επενδύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης. Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή όλοι αναγνωρίζουν ότι αυτές οι πολιτικές δεν είναι αποτελεσματικές και, φυσικά, δεν είναι δυνατόν να κατηγορεί κανείς τους Ελληνες, τους Ιταλούς και τους Γάλλους γι’ αυτό!», λέει στην «Κ». «Αν με ρωτάτε αν θα έχουμε άμεση και δραματική αλλαγή πολιτικής, η απάντηση είναι όχι. Σταδιακά όμως η πολιτική θα τροποποιηθεί, ιδίως αν και όταν αρχίσει να εκπροσωπείται το Συμβούλιο από σοσιαλδημοκράτες ηγέτες των κρατών-μελών», συμπληρώνει.

«H ευρωπαϊκή κρίση δεν υποχώρησε, απλώς βρίσκεται εν αναμονή στον ορίζοντα», διαπιστώνει με έκδηλη χαιρεκακία ο Economist στο τελευταίο του τεύχος. Καταλήγει ότι «ο πολιτικός κίνδυνος μία ή παραπάνω χώρες να αποφασίσει να εγκαταλείψει το ενιαίο νόμισμα αυξάνεται διαρκώς», ειδικά αν το ευρώ γίνει συνώνυμο «της στασιμότητας, της ανεργίας και του αποπληθωρισμού». Σε αυτήν τη βρετανικής έμπνευσης καταστροφολογία οι ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να απαντήσουν με το σύνθημα όσων αντιτίθενται στην ανεξαρτησία της Σκωτίας: «Καλύτερα μαζί».

«Αρρωστη αυτοκρατορία»

«Krankreich» (άρρωστη αυτοκρατορία) αποκάλεσε τη Γαλλία η γερμανική ταμπλόιντ εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στη χώρα, η Bild. O Nόρμπερτ Μπάρτλε, επικεφαλής της επιτροπής προϋπολογισμού εκ μέρους των Χριστιανοδημοκρατών, χαρακτήρισε τη Γαλλία τον «μεγαλύτερο πονοκέφαλο» της Γερμανίας. «Ο Ολάντ υποδύεται τον Γκέρχαρντ Σρέντερ», έγραψε η Welt, υπονοώντας ότι ο Γάλλος πρόεδρος προωθεί τη δική του ατζέντα 2010, γνωρίζοντας πως αν αποτύχει, είναι τελειωμένος. Σχολιάζοντας, εξάλλου, με σκωπτικό τρόπο τις θέσεις Μοντεμπούρ, ο αρθρογράφος της ίδιας εφημερίδας, Σάσα Λέναρτστ, ανέφερε: «Αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνες για την Ευρώπη, θα μπορούσαμε να γελάμε με αυτές τις σαχλαμάρες».

Ο πρόεδρος «διστάζει και κωλυσιεργεί, δεν τολμάει να προχωρήσει σε μία πολιτικά ριψοκίνδυνη αναδιάρθρωση της γαλλικής Δημοκρατίας. Ο πληθυσμός βυθίζεται σε συλλογική κατάθλιψη, τα παραδοσιακά κόμματα δεν έχουν ελκυστικές συνταγές, ενώ, στον αντίποδα, ρίχνουν τις ευθύνες για τη γαλλική κακοδαιμονία τη μία στη Γερμανία και την άλλη στην Ευρώπη», ανέφερε η επιθεώρηση Der Spiegel.

«Η ατζέντα 2010 του Σρέντερ λίγο έλειψε να διασπάσει τους Σοσιαλδημοκράτες, οι συνδικαλιστές ήταν έτοιμoι για εξέγερση, η Γερμανία ταλαιπωρήθηκε με τις μεταρρυθμίσεις, ο ίδιος διακινδύνευσε και έχασε την Καγκελαρία, αλλά προσέφερε μία τεράστια υπηρεσία στη Γερμανία, αποκαθιστώντας την ανταγωνιστικότητά της. Για τον Ολάντ το πρότυπο είναι διττό: από τη μία ο ίδιος και οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές έχουν αναγνωρίσει ότι η χώρα χρειάζεται φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, από την άλλη και αυτοί με τη σειρά τους διακινδυνεύουν την πολιτική τους επιβίωση», εκτίμησε, τέλος, η Handelsblatt.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ