ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι φορολογούμενοι καλούνται να πληρώσουν για την Ασπίς Ασφαλιστική

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι φορολογούμενοι θα πληρώσουν τελικά τον τρόπο διαχείρισης της ασφαλιστικής εταιρείας «Ασπίδα». Το Α΄ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) ολοκλήρωσε τη διαβούλευση του σε δίκη-πιλότο, κατόπιν αγωγών από ασφαλισμένους, με τις οποίες ζητούσαν αποζημίωση από το υπουργείο Οικονομικών για το κεφάλαιο και τους τόκους (3,35%) που έχασαν επειδή το κράτος, διά των οργάνων του, άσκησε πλημμελώς τον ρόλο του επόπτη της συγκεκριμένης ασφαλιστικής εταιρείας.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», το ΣτΕ δέχεται τα περισσότερα από τα επιχειρήματα των ζημιωθέντων, σε μία απόφαση επίσης πιλότο, για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει το δημόσιο να ασκεί την εποπτεία του στον αυστηρά ρυθμιζόμενο χώρο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Διαχωρίζει, ωστόσο, τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εποπτεία στις ασφαλιστικές εταιρείες από εκείνη που ασκείται στις τράπεζες.

Πόσοι ζητάνε πόσα

H απόφαση αφορά 12.000 ασφαλισμένους της ασφαλιστικής εταιρείας με απαιτήσεις 140 εκατομμυρίων ευρώ. Οι ασφαλισμένοι της «Ασπίδα» είχαν προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια κατά του δημοσίου, ωστόσο αποφάσισαν να μεταφέρουν την αγωγή τους στο ΣτΕ. Ας σημειωθεί ότι τον Δεκέμβριο συμπληρώνεται ο πέμπτος χρόνος από την αφαίρεση της άδειας της εταιρείας και παραγράφονται πλέον ανάλογες απαιτήσεις...
Ο εκπρόσωπος του Δημοσίου στο δικαστήριο προσπάθησε να αποδείξει ότι με την αγωγή τους οι ζημιωθέντες επιχειρούν να επιβάλουν κανόνες κοινωνικού προστατευτισμού σε μία καπιταλιστική οικονομία. Για να ενισχύσει τη θέση του, ο συνήγορος του Δημοσίου υπογράμμισε ότι οι σχετικές διατάξεις «είναι δημοσίου συμφέροντος» και δεν δίνουν δικαιώματα διεκδίκησης αποζημιώσεων σε τρίτους. Επικαλέστηκε μάλιστα την υπόθεση Peter Paul που είχε φτάσει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

O συγκεκριμένος πελάτης τράπεζας στράφηκε αστικά με άλλους εναντίον των εποπτικών αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, επειδή στο πλαίσιο της τραπεζικής κρίσης δεν εφάρμοσαν το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για τις τράπεζες. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η ευθύνη των εποπτικών αρχών έχει αποκλειστικά σχέση, σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, με την εφαρμογή του ελαχίστου ορίου προστασίας των καταθέσεων (τότε 20.000 ευρώ).

Το πρώτο τμήμα του ΣτΕ δέχεται ωστόσο ότι ο σκοπός της εποπτείας στις τραπεζικές εργασίες είναι οι συναλλαγές, ενώ στις ασφαλιστικές ο ασφαλισμένος. Ετσι, απασχόλησε το δικαστήριο το αν τα προϊόντα που συνδέονται με συγκεκριμένες αξίες μετοχών, ακινήτων κ.λπ. (unit linked) αποτελούν επενδύσεις με την έννοια που αυτό γίνεται με οποιαδήποτε χρηματοοικονομική τοποθέτηση.

Εγγύηση 100%

Οι νομικοί παραστάτες των ζημιωθέντων στην υπόθεση της «Ασπίδα» επισήμαναν ότι τα προϊόντα αυτά ήταν 100% εγγυημένα και άρα, υπό αυτή την έννοια, είχαν εξισωθεί από τον εκδότη με τα κλασικά ασφαλιστικά συμβόλαια διακινδύνευσης (θανάτου, ασθένειας, αναπηρίας). Ετσι, αν ο κ. Παύλος Ψωμιάδης και οι συνεργάτες του εγγυόνταν για το 30% της τοποθέτησης, θα έπρεπε να επιστρέψουν τουλάχιστον το 30% του κεφαλαίου και τους τόκους, αλλά εγγυόνταν το 100%. Μάλιστα, για την εγγύηση αυτή ο κ. Ψωμιάδης είχε επικριθεί από στενούς του συνεργάτες που την είχαν χαρακτηρίσει «αυτοκτονία».

Η εποπτεία, σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, σε αυτή την περίπτωση δεν περιορίζεται σε γενικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον νόμο για τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά οφείλει να εξετάζει κάθε χρόνο αν τα διαθέσιμα της ασφαλιστικής εταιρείας αρκούν για να προστατευθεί η σχέση εμπιστοσύνης με τους ασφαλισμένους.

«Κλειδί» ο ρόλος του Παύλου Ψωμιάδη

Ενα από τα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η κρατική εποπτεία, κατά τους ενάγοντες, ήταν να απομακρύνει τον Παύλο Ψωμιάδη από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων της εταιρείας. Η επιρροή του ήταν πολύ μεγάλη, σημειώνουν οι συνήγοροι των προσφευγόντων, ένα επιχείρημα που το δέχονται όχι μόνο οι εισηγητές του ΣτΕ αλλά και η Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και στελέχη της ΕΠΕΙΑ που είναι εξοικειωμένα με την υπόθεση. Μάλιστα, πηγές που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα της εποχής εκείνης σημειώνουν ότι οι αποφάσεις της επιτροπής λίγο πριν από το κλείσιμο της ΑΣΠΙΔΑΣ με το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων ήταν στην πράξη κατασταλτικός έλεγχος αφού έφτανε σε ένα είδος «δήμευσης» στοιχείων για να σταματήσει ο Ψωμιάδης «να τα γυρίζει από εδώ και από εκεί ανάλογα με τον ισολογισμό που ήθελε να παρουσιάσει...». Το ΣτΕ δέχεται ότι η εποπτεία έπρεπε να ασκεί παρόμοιο έλεγχο, αλλά πρωτευόντως να μεριμνά για την ακρίβεια της απεικόνισης των στοιχείων, και ότι τα περιθώριά της να δράσει κυμαίνονται ελεύθερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ