Γιούλη Επτακοίλη ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Αν οι κάμερες μπορούσαν να μιλήσουν

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οι Τζακ Λέμον και Τόνι Κέρτις στην αριστουργηματική κωμωδία του Μπίλι Γουάιλντερ «Μερικοί το προτιμούν καυτό» αντιμετώπισαν αρκετές δυσκολίες ως Δάφνη και Τζόζεφιν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Επρεπε να περιμένει επτά χρόνια για να μπορέσει να φορέσει ξανά σμόκιν, διότι το συμβόλαιο που είχε υπογράψει ως... Τζέιμς Μποντ τού το απαγόρευε ρητά. Και, εντάξει, όταν ο Πιρς Μπρόσναν υποδύθηκε τον Ροβινσώνα Κρούσο δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με την γκαρνταρόμπα του, όπως μπορούμε όλοι να φανταστούμε, αλλά όταν ερμήνευσε τον πολυεκατομμυριούχο κλέφτη σπάνιων έργων τέχνης στην «Υπόθεση Τόμας Κράουν» ή τον «Ράφτη του Παναμά», τα βρήκε σκούρα. Αυτό είναι μόλις ένα από τα 65 μυστικά που κρύβονται σε περίπου εκατόν εξήντα ταινίες από τον ελληνικό και ξένο κινηματογράφο, και αποκαλύπτει στο βιβλίο του με τίτλο «Τα μυστικά του σινεμά» (εκδ. Γαβριηλίδης) ο Αρης Μαλανδράκης.

Τα ψηλοτάκουνα του Τζακ Λέμον

Ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας μάς ανοίγει την κουρτίνα σε έναν αθέατο, συναρπαστικό κόσμο, πίσω από τις κάμερες, όπου παρελαύνουν διάσημοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες, παραγωγοί, τεχνικοί, κομπάρσοι. Μας διηγείται νόστιμες, αστείες, αναπάντεχες ιστορίες από το παρασκήνιο εμβληματικών ταινιών που οι περισσότεροι έχουμε λατρέψει.

Οπως η ξεκαρδιστική, κλασική κωμωδία του ιδιοφυούς Μπίλι Γουάιλντερ «Μερικοί το προτιμούν καυτό», όπου οι Τζακ Λέμον και Τόνι Κέρτις αναγκάζονται να μεταμφιεστούν σε γυναίκες για να γλιτώσουν από μια συμμορία γκάνγκστερ που τους καταδιώκει.

Αντιμετωπίζουν, όμως, αρκετές δυσκολίες – ποιος είπε ότι η ζωή του ηθοποιού είναι εύκολη υπόθεση; Ο Τζακ Λέμον ως «Δάφνη» παραπατούσε με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια του και χρειάστηκαν πολλές ώρες «ιδιαίτερα» με δάσκαλο έναν καλλιτέχνη του καμπαρέ ειδικευμένο σε ρόλους τραβεστί για να καταφέρει να σταθεί αξιοπρεπώς στο «γυναικεία» πόδια του. Ο Τόνι Κέρτις, από την άλλη πλευρά, στον ρόλο της «Τζόζεφιν», δεν μπορούσε με τίποτα να πιάσει υψηλής συχνότητας φωνή, οπότε ντουμπλαρίστηκε από τον συνθέτη και στιχουργό Πολ Φρις, που τα κατάφερνε περίφημα στις υψηλές οκτάβες.

Θυμάστε το τέρας του Φρανκενστάιν; Είναι απίστευτο το τι τράβηξε εν έτει 1931 ο Μπόρις Καρλόφ που ανέλαβε τον ρόλο, με τον οποίο η αλήθεια είναι ότι έγραψε ιστορία. Πήγε λοιπόν στον οδοντίατρο, που του αφαίρεσε μία γέφυρα και δύο δόντια προκειμένου να αποκτήσουν βαθούλωμα τα μάγουλά του. Αλλά δεν τελείωσαν εκεί τα βάσανά του. Επρεπε να φοράει ένα ψεύτικο προσθετικό κρανίο με ουλές και χειρουργικές ραφές, να του απλώνουν καθημερινά στο πρόσωπο και τα χέρια μια μπογιά που του έδινε τη χλωμάδα του νεκρού και να του βάφουν τα νύχια με μαύρο βερνίκι για παπούτσια. Επιπλέον, φορούσε τρία στρώματα ρούχα –σε μη κλιματιζόμενα στούντιο και σε δυνατά φώτα– και μπότες που ζύγιζαν έξι κιλά η μία. Πήγαινε στο στούντιο στις τέσσερις τα ξημερώματα και το μακιγιάζ διαρκούσε τέσσερις ώρες.

Και επειδή αναφερθήκαμε στο μακιγιάζ, ο άνθρωπος που σκέφτηκε πώς θα καλυφθούν οι πανάδες και οι φακίδες των ηθοποιών ήταν ο Πολωνός μετανάστης Μαξ Φάκτορ, ο οποίος το 1914 κατασκεύασε μια κρέμα βαφής με βάση το λίπος.

«Η λογοκρισία είναι διαφήμιση πληρωμένη από την κυβέρνηση», είχε πει ο Φελίνι, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας του βιβλίου, πριν μας δώσει ένα πολύ αστείο παράδειγμα: Η χώρα που καθιέρωσε πρώτη την Κρατική Επιτροπή Λογοκρισίας ήταν η παραδοσιακά φιλελεύθερη Σουηδία, το 1911. Μάλιστα, το 1982 τα τότε μέλη της επιτροπής με το σκεπτικό ότι «έδειχνε γονείς οι οποίοι εχθρεύονται τα παιδιά τους» απαγόρευσαν τον «Ε.Τ.» σε παιδιά ηλικίας κάτω των 11 ετών.

Η κάλπικη λίρα και οι αληθινές σφαίρες

Στην εμβληματική ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η κάλπικη λίρα» (1955) μία νεαρή κοπέλα επιλέχθηκε να «υποδυθεί» τη λίρα. Στους τίτλους αρχής υποδέχεται τους θεατές και στους τίτλους τέλους τούς αποχαιρετά με ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού. Ηταν η χορεύτρια και χορογράφος Ζουζού Νικολούδη, που τότε ήταν στους περισσότερους σχεδόν άγνωστη και, μάλιστα, το όνομά της δεν υπήρχε στους τίτλους αρχής της ταινίας.

Ο ελληνικός κινηματογράφος τροφοδοτεί το βιβλίο του Αρη Μαλανδράκη με λιγότερα μυστικά απ’ ό,τι ο ξένος, υπάρχουν όμως πολύ καλές ιστορίες όπως αυτή με τίτλο «Μπαλωθιές στο νησί των γενναίων».

Σε όσες ελληνικές ταινίες έπεφτε πιστολίδι, ο κανόνας φυσικά ήταν να χρησιμοποιούνται άσφαιρα πυρά. Μία ταινία μόνο αποτελεί εξαίρεση, η πολεμική περιπέτεια του Ντίμη Δαδήρα «Το νησί των γενναίων» (1959) με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Γεωργούλη, μεταξύ άλλων, μέλη μιας ομάδας σαμποτέρ κατά των Γερμανών. Επειδή το νησί των γενναίων ήταν η τιμημένη, αδούλωτη Κρήτη, οι κομπάρσοι, ντόπιοι από διάφορα χωριά του νησιού, απαίτησαν αληθινές σφαίρες, απειλώντας με αποχώρηση από τα γυρίσματα εάν δεν γινόταν η επιθυμία τους πραγματικότητα.

Στις 250 σελίδες του απολαυστικού βιβλίου του Αρη Μαλανδράκη, που διαβάζεται όπως λέμε... νεράκι, υπάρχουν εκτός από ιστορίες και πολλές –όλες ασπρόμαυρες, μάλλον για λόγους ατμόσφαιρας– φωτογραφίες από διαφημιστικό υλικό και από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ