ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Οι αθηναϊκοί περίπατοι του Εγκνέους

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Ο Ντανιέλ Εγκνέους στην πλατεία Αβυσσινίας, στο Μοναστηράκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είδα για πρώτη φορά τη ζωγραφική του στις αφίσες του Φεστιβάλ Αθηνών, πριν από μερικά χρόνια. Είχαν κάτι ονειρικό, σαν εικόνες παιδικού βιβλίου χωρίς όμως την αθωότητα του βλέμματος ενός παιδιού. Μάλλον σαν τις ονειροπολήσεις ενός ενηλίκου που διατηρεί την ικανότητα να παίζει με την πραγματικότητα, να τη συμπληρώνει με τη φαντασία του. Τον ξαναβρήκα πριν από λίγους μήνες στην εικονογράφηση του προγράμματος για την παράσταση «Ενας άνθρωπος για όλες τις εποχές» στο Εθνικό Θέατρο, και τελικά έπεσα πάνω στην τελευταία του δουλειά, σειρά σχεδίων που εικονογραφούν την πόλη, σε μια περιήγηση στο Διαδίκτυο. Την παρουσίαση συνόδευε ένα σχόλιό του: «Αυτά τα σχέδια ήταν η αντίδρασή μου στον τρόπο με τον οποίο ο ξένος Τύπος απεικονίζει την Αθήνα. Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των ζητιάνων, τους άδειους δρόμους, τα παρατημένα κτίρια. Ενα τοπίο της κόλασης». Ηταν πλέον ώρα να συναντηθούμε από κοντά.

Ο Ντάνιελ Εγκνέους (Daniel Egneus) είναι Σουηδός, γεννημένος σε μια μικρή πόλη στο κέντρο της χώρας του, το Φολσίπινγκ, όπου δεν σκοπεύει να επιστρέψει. Εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του κι έφυγε για τη Στοκχόλμη με σκοπό να γίνει εικονογράφος. Αυτοδίδακτος. Στην αρχή έκανε δουλειές του ποδαριού, παράλληλα σχεδίαζε, αλλά κανένας δεν αγόραζε τα σκίτσα του. Και ξαφνικά, οι πόρτες άρχισαν να ανοίγουν μία μία.

Ηρθαν παραγγελίες από το εξωτερικό, ήρθαν χρήματα και η περιπέτεια της ζωής του ξεκίνησε.

Πέρασε πολλά χρόνια ταξιδεύοντας, ζωγραφίζοντας, αλλάζοντας πόλεις: Πράγα, Λονδίνο, Βερολίνο, Ρώμη, Μιλάνο. Τώρα βρίσκεται στην Αθήνα. Ο ίδιος λέει για τον εαυτό του ότι μοιάζει με τους τουρίστες παλαιού στυλ, τότε που για να γνωρίσεις έναν τόπο χρειαζόταν χρόνος. Την κάθε γνωριμία, ακολουθούσε ένας χωρισμός. Και μετά μια άλλη πόλη, μια νέα περιπέτεια. Ετσι μπήκαν στη συζήτηση οι ρομαντικοί ποιητές και οι μποέμ καλλιτέχνες του παρελθόντος. «Κάθε καινούργια πόλη είναι μια νέα έμπνευση. Αλλά είμαι πάντοτε περαστικός. Αυτό ίσως ακούγεται μελαγχολικό για κάποιους, αλλά για μένα είναι υπέροχο, γιατί όλα με εκπλήσσουν και με συναρπάζουν σαν να είναι η πρώτη φορά. Βγαίνω από το νέο μου σπίτι και περπατώ μέχρι το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Τα πάντα είναι γραμμένα σε μια άγνωστη γλώσσα, δεν γνωρίζω κανέναν, δεν αναγνωρίζω τίποτε γύρω μου. Και τότε αρχίζω να σκιτσάρω αυτόν τον νέο κόσμο. Ο,τι πιο φυσικό, ό,τι πιο αυτονόητο για μένα».

Ενας ξένος στην πόλη

Η τελευταία δουλειά του Εγκνέους εικονογραφεί έναν αθηναϊκό περίπατο και δεν έγινε κατά παραγγελία. Ηταν προσωπική ευχαρίστηση. Πρόκειται για το δικό του καθημερινό δρομολόγιο από το σπίτι του στο Κολωνάκι μέχρι την οδό Αθηνάς, όπου βρίσκεται το γραφείο του και αντίστροφα, περίπου μια ώρα δρόμος. Εδώ, ανάμεσα στα άλλα, υπάρχει ένα θαυμάσιο σχέδιο της Δημοτικής Αγοράς της Αθήνας με τα αδέσποτα σκυλιά-φύλακες της εισόδου. Υπάρχει ο οδός Πιττάκη κοντά στο Μοναστηράκι που είναι γεμάτη χρώμα, υπάρχει η Μαρασλή με το πρόσωπο του καλλιτέχνη χωμένο ανάμεσα στις ασπρόμαυρες γραμμές που δημιουργούν το πλήθος των περαστικών. Υπάρχει και μια όψη της Ομόνοιας με έναν μεγάλο λευκό τοίχο πολυκατοικίας που γράφει επάνω του: «Βασανίζομαι». Τι βρίσκει στ’ αλήθεια ένας κοσμογυρισμένος Σουηδός στην Αθήνα;

«Ζω στην πόλη τα τελευταία 3 χρόνια, και προτού εγκατασταθώ, δεν γνώριζα τίποτε για αυτήν. Πέρασα όμως ένα ωραίο Σαββατοκύριακο εδώ και μολονότι επέστρεψα στο Μιλάνο, σκεφτόμουν ακόμη την Αθήνα: την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, τον κόσμο στις πλατείες, την έκπληξή μου από αυτή τη συνάντηση που ήταν σαν την ανακάλυψη ενός κρυμμένου μαργαριταριού. Αυτό για μένα αποτελεί σημάδι αλλαγής. Σύντομα λοιπόν μάζεψα τα πράγματά μου, και μετακόμισα. Την πρώτη ημέρα που έφτασα, πήρα ένα ταξί και βρέθηκα στην Ομόνοια. Εκεί είδα σε έναν τοίχο μια παλιά διαφήμιση τσιγάρων και ένα γκράφιτι με τη λέξη “βασανίζομαι”.

Σκέφτηκα ότι αυτή η εικόνα θα μπορούσε να είναι το σήμα της πόλης, μολονότι δεν ήξερα ακόμη τη σημασία της λέξης, ούτε διάβαζα ελληνικά.

»Χαίρομαι που ζω στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα, όσο πιο δύσκολη είναι μια πόλη, τόσο περισσότερο με εμπνέει. Προφανώς δεν πρόκειται για έναν τόπο χαριτωμένο σαν αρωματική τσιχλόφουσκα που τη μασάς και σου φτιάχνει τη διάθεση. Αντίθετα είναι μια πόλη που αν θέλεις να σου δοθεί, πρέπει να κοπιάσεις, όπως όταν επιδιώκεις να κερδίσεις έναν φίλο, ή να κατακτήσεις μια γυναίκα. Δεν κολακεύει και δεν συμβιβάζεται.

Ακόμη και η αρχιτεκτονική της, τραχιά και άσχημη μερικές φορές, μπορεί να μεταμορφωθεί κάτω από το φως του ήλιου. Δεν μοιάζει με καμιά άλλη πόλη στην Ευρώπη, λόγω της ιστορίας της και της μείξης στοιχείων από τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Το τοπίο της είναι σαν να δημιουργείται από συνεχείς επικαλύψεις, από εικόνες που έχουν τοποθετηθεί σε στρώσεις η μία πάνω στην άλλη. Ολα έχουν την ιστορία τους, και τίποτε δεν πετιέται, ούτε καθαρίζεται. Το νέο απλώνεται επάνω στο παλιό και αυτό δίνει την αίσθηση ενός οργανικού σώματος που αναπτύσσεται, με την ομορφιά και την ασχήμια του.

»Γι’ αυτό είναι θαυμάσια όταν τη σχεδιάζεις. Μια γενναιόδωρη πηγή έμπνευσης. Ολα βρίσκονται μπροστά σου, δεν χρειάζεται να δημιουργήσεις τίποτε. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να βρεις έναν τρόπο ώστε να μην πνιγείς μέσα στις αμέτρητες λεπτομέρειες που κατακλύζουν τον χώρο, στον μαξιμαλισμό του τοπίου».

Ο Ντάνιελ Εγκνέους δεν έχει καμιά διάθεση προς το παρόν να φύγει από την Αθήνα. Μαθαίνει ελληνικά, έχει Ελληνες φίλους και επειδή είναι φύσει και θέσει ονειροπόλος, όταν συναντηθήκαμε στην οδό Σταδίου, πίσω από τα σκισμένα, κακάσχημα πλαστικά που μισοκαλύπτουν το καμμένο «Αττικόν», αυτός έβλεπε τις λεπτομέρειες του νεοκλασικού κτιρίου, τον γαλάζιο ουρανό, το καθαρό φως και γοητευόταν. «Είναι αυτά τα μικρά, μοναχικά πράγματα, λίγο θλιμμένα και λίγο παιδιάστικα που μετατρέπουν τον πραγματικό κόσμο σε μέρος μαγικό», μου λέει. «Τα σχέδιά μου; Ας πούμε ότι είναι μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας, ένας πολύ ρομαντικός τρόπος να βλέπεις τα πράγματα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ