ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Νέο σύστημα προειδοποίησης φωτιάς και πλημμύρας από το ΕΜΠ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Η πρώτη «πραγματική» εφαρμογή του συστήματος αφορά την περιοχή της Ραφήνας, που έχει καεί πολλές φορές στο παρελθόν και αντιμετωπίζει ανά τακτά διαστήματα προβλήματα πλημμυρών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα ηλεκτρονικό σύστημα το οποίο μπορεί να «προειδοποιεί» για πυρκαγιές και επερχόμενες πλημμύρες και να βοηθάει στη διαχείρισή τους ανέπτυξε το ΕΜΠ σε συνεργασία με επιστημονικά ινστιτούτα από την Ελλάδα, την Αγγλία και την Ιταλία. Η πρώτη «πραγματική» εφαρμογή του συστήματος αφορά στην περιοχή της Ραφήνας, μια περιοχή που έχει καεί πολλές φορές στο παρελθόν και αντιμετωπίζει ανά τακτά διαστήματα προβλήματα πλημμυρών.

Το πρόγραμμα ονομάζεται FLIRE (από τον συνδυασμό των λέξεων flood και fire, δηλαδή πλημμύρα και φωτιά) και πραγματοποιείται από το Κέντρο Υδρολογίας και Πληροφορικής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ. «Πρόκειται για ένα καινοτόμο επιχειρησιακό εργαλείο, το οποίο προβλέπει και προτείνει τρόπους διαχείρισης για τις πλημμύρες και τις πυρκαγιές, δύο πολύ σημαντικούς κινδύνους τόσο για το λεκανοπέδιο της Αττικής, όσο και για πολλές άλλες περιοχές στην υπόλοιπη χώρα», εξηγεί στην «Κ» η Μαρία Μιμίκου, διευθύντρια του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Αξιοποίησης Υδατικών Πόρων στο ΕΜΠ και επιστημονική υπεύθυνη του εγχειρήματος. «Μάλιστα συνδυάζει την αντιμετώπιση των δύο κινδύνων, γιατί λαμβάνει υπόψη τις πυρκαγιές που προηγήθηκαν σε μια περιοχή στην εκτίμηση των πλημμυρών που θα προκύψουν στη συνέχεια».

Το πρόγραμμα αφορά στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης απορροής του ρέματος της Ραφήνας, σε έκταση 130 τετραγωνικών χιλιομέτρων. «Πρόκειται για μια περιοχή η οποία τις προηγούμενες δεκαετίες έχει υποστεί εκτεταμένη αποδάσωση και εντατική αστικοποίηση», εξηγεί η κ. Μιμίκου. «Το ρέμα της Ραφήνας έχει πολύ μεγάλες πλημμυρικές παροχές. Τα δε αντιπλημμυρικά έργα δεν έχουν σχεδιαστεί σωστά με τα γνωστά αποτελέσματα. Το FLIRE, λοιπόν, λαμβάνει υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία. Περιλαμβάνει επίσης καταγραφές για το έδαφος, τις υποδομές, τη βλάστηση, τη δόμηση κ.ά., ώστε να συνεκτιμά όλους τους παράγοντες που παίζουν ρόλο στην εκτίμηση και τη διαχείριση των φαινομένων αυτών». Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΜΠ, η περιοχή της Αν. Αττικής έχει στο παρελθόν πληγεί από μεγάλες πλημμύρες δύο φορές: στις 25 Φεβρουαρίου 1988 (επλήγησαν ο Μαραθώνας και η Παιανία) και στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με σημαντικές ζημιές στην περιοχή των Σπάτων. Αντίστοιχα, οι σημαντικότερες (πρόσφατες) πυρκαγιές έγιναν τον Ιούλιο του 2005 και τον Αύγουστο του 2009.

Λόγω της συγχρηματοδότησής του από το πρόγραμμα LIFE+ (καθώς και από τη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) το πρόγραμμα FLIRE έχει επιχειρησιακό χαρακτήρα και μάλιστα θα συντηρείται για 5 χρόνια από το ΕΜΠ. «Η πλατφόρμα του FLIRE θα είναι στη διάθεση της μονάδας πολιτικής προστασίας της Περιφέρειας, του Δήμου Ραφήνας - Πικερμίου και της Πυροσβεστικής. Για τον λόγο αυτό πραγματοποιούμε εργαστήρια στα οποία συμμετέχουν, εκτός από τις υπηρεσίες, εκπρόσωποι εθελοντικών μονάδων, όπως κάτοικοι της περιοχής». Στο πρόγραμμα συμμετέχει, πλην ΕΜΠ, μια μεγάλη διεπιστημονική ομάδα: το Imperial College του Λονδίνου, το Ινστιτούτο Ερευνών για την υδρογεωλογική προστασία του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας της Ιταλίας (IRPI-CNR), το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, η εταιρεία Algosystems και το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας του Ινστιτούτου Υπολογιστικών Μαθηματικών Κρήτης.

Η περιοχή της Ραφήνας, πάντως, δεν είναι η μόνη που αντιμετωπίζει πλημμυρικά φαινόμενα στην Αττική. Σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα Υδρολογικής και Μετεωρολογικής Πληροφορίας, επιρρεπείς σε πλημμύρες είναι οι περιοχές του Μαραθώνα, της Αναβύσσου, των Μεγάρων, του Ασπρόπυργου, της Ελευσίνας κ.ά. «Είναι περιοχές με κάποια βασικά χαρακτηριστικά: εφήμερα ρέματα που έχουν υποστεί παράνομη δόμηση, που παρεμποδίζει την ελεύθερη ροή τους. Περιοχές που έχουν αστικοποιηθεί, με αποτέλεσμα να μην απορροφείται το νερό της βροχής και να απορρέει. Και οι οποίες έχουν στο παρελθόν αποδασωθεί από μεγάλες πυρκαγιές. Υπάρχουν βέβαια ιδιομορφίες, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για συνδυασμό αυτών των παραγόντων. Γι’ αυτό βλέπουμε συχνά πλημμύρες, χωρίς απαραίτητα να έχει αυξηθεί το ύψος ή η ένταση της βροχής», λέει η κ. Μιμίκου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ