ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Μια ερμηνεύτρια με εκρηκτικό ταμπεραμέντο

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Η Αγγελική Τουμπανάκη πέρασε από το διδακτορικό στη Μοριακή Βιολογία σε ξέφρενες, εκρηκτικές γιορτές της μουσικής.

Οι παραστάσεις της Αγγελικής Τουμπανάκη είναι μια μουσική εμπειρία. Εχει πάθος, ορμή που παρασύρουν τον θεατή σε μια ξέφρενη γιορτή στην οποία συνυπάρχουν οι βαλκανικοί ήχοι, η Μεσόγειος, η Λατινική Αμερική, τα πολυφωνικά της Ηπείρου, η θλίψη των τσιγγάνικων ήχων και βέβαια η τζαζ. Η 37χρονη τραγουδίστρια και περφόρμερ είναι ένας... δυναμίτης στη σκηνή με τους έξι δεξιοτέχνες μουσικούς που αποτελούν τους Buzz Bastardz.

Αυτό το πληθωρικό σχήμα που αλωνίζει τα αθηναϊκά στέκια τα τελευταία χρόνια, κυκλοφόρησε το πρώτο του cd «Toubanaki & The Buzz Bastardz», στο οποίο πρωτότυπες συνθέσεις δένουν αρμονικά με ενδιαφέρουσες διασκευές σε επτά διαφορετικές γλώσσες. Γαλλικά, πορτογαλικά, ισπανικά, αγγλικά κομμάτια, μαζί το αγαπημένο Sodade της Σεζάρια Εβόρα, τη δική μας «Θυμιούλα μαυρομάτα» των Τραϊφόρου - Ριτσιάρδη, την εκδοχή του αϊδίνικου ζεϊμπέκικου «Εμαθα πως είσαι μάγκας», αλλά και τον ύμνο των Ρομά «Gelem gelem».

«Με τα παιδιά έχουμε φάει και τα λυσσακά μας», λέει η Αγγελική μιλώντας για τους Βασίλη Κετεντζόγλου, Παντελή Στόικο, Γιάννη Παπαναστασίου, Παρασκευά Κίτσο, Γιάννη Παπαγιαννούλη, Γιάννη Αγγελόπουλο, το ξεκίνημα που άρχισε με παραδοσιακές μουσικές «αλλά και τον ιό του αυτοσχεδιασμού και της τζαζ με τον οποίο μολύνθηκα». Από το 2010 άρχισαν να χτίζουν τον ήχο τους που έγινε πιο συμπαγής. «Οτιδήποτε κάνω κουβαλάει πίσω του μελέτη, έχει μάλλον μια επιρροή από το διδακτορικό μου».

Οι παραστάσεις της, μεταξύ άλλων, καθρεφτίζουν και τον σεβασμό που έχει απέναντι στην παράδοση. «Το πρώτο μου βινύλιο, μαθήτρια ακόμη στο γυμνάσιο, ήταν πολυφωνικά ηπειρώτικα». Η εμπειρία της στους προσκόπους φαίνεται πως έκανε καλή δουλειά. «Η κλίμακα της Ηπείρου υπάρχει στην Αφρική και την Ανατολία. Υπάρχει ένας μουσικός δρόμος που ενώνει όλους τους λαούς». Ετσι ξεκίνησε σεμινάρια στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων, έπειτα στον «Λαβύρινθο» του Ρος Ντέιλι, μελέτησε τη μουσική παράδοση της Βουλγαρίας, κλασικό οθωμανικό τραγούδι, τα πολυφωνικά ηπειρώτικα αλλά και τζαζ. «Ανοιξα πορτάκι και σε άλλους μουσικούς κόσμους». Κι όλα αυτά έχτισαν τον ήχο της μπάντας. «Με ενδιέφερε η προσέγγιση φωνητικής σε κάθε παράδοση, οι λαλιές, ο τρόπος που χειρίζονται τις φωνές τους. Με την τζαζ άρχισα να σκέφτομαι τη φωνή ως όργανο».

Κι όλα αυτά έχοντας πίσω της σπουδές αλλά και ένα διδακτορικό Μοριακής Βιολογίας! «Οι δικοί μου είναι γιατροί, ο αδερφός μου επίσης, οι παππούδες, οι θείοι. Αμα ακούς από πιτσιρίκι ιατρικά θέματα, θέλοντας και μη ανθείς μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σημασία έχει να αφοσιώνεσαι σε ό,τι αγαπάς. Να είσαι ταγμένος». Η ίδια έτσι λειτουργεί. Είτε δούλευε στα εργαστήρια είτε στο τραγούδι. «Στα εργαστήρια ζεις και λίγο στη μοναξιά. Εσύ, τα μπουκαλάκια, το κύτταρο. Η σκηνή έχει μια εξωστρέφεια. Ο συνδυασμός ήταν ισορροπία. Με δελέαζε η μουσική, αλλά μου έλειπε και το υπόγειο, τα εργαστήρια. Ωσπου κλάταρα». Ετσι έδωσε καθαρό χρόνο στη μουσική.

Οι βάσεις υπήρχαν. Μικρή μάθαινε πιάνο, έπειτα ξεκίνησε μπαγλαμαδάκι. Από τη μια άκρη στην άλλη. Οπως και με τον χορό. Πρώτα μπαλέτο, μετά παραδοσιακούς χορούς. Σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που άκουγε κλασική μουσική, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Τζόαν Μπαέζ και Μπομπ Ντίλαν.

Τα live της, εκτός από πάθος και δυναμισμό, έχουν και στοιχεία από τους μουσικούς του δρόμου. «Μπλέχτηκα με μουσικούς του δημοτικού τραγουδιού όπως ο Παντελής Στόικος που έπαιζαν από παιδιά στα πανηγύρια». Εφτασε ώς τα «Αγρίμια» στην πλατεία Βάθης για να ακούσει κλαρίνα και παραδοσιακούς μουσικούς. «Υπάρχουν διαμάντια σε πολλούς χώρους». Επειτα άρχισε βόλτες στις παραδόσεις των άλλων λαών.

Οπως η συνάντηση με την μπάντα των τσιγγάνων, τους San Roma, στο Νομισματικό Μουσείο. «Η μουσική τους δεν είναι μουσειακό είδος ούτε οι ίδιοι είναι μουσικοί μιας κλειστής κοινότητας. Είναι ανήσυχοι καλλιτέχνες που μελετούν και τζαζ». Το σταθερό της σχήμα είναι οι «Τhe Buzz Bastardz» (ξεκίνησαν ως «Colpo Grosso» έγιναν «Jazz Bastardz» και τελικά «Toubanaki & The Buzz Bastardz»). Εχει όμως και το «Jazz plus» project με τον κιθαρίστα Γρηγόρη Ντάνη και τον μπασίστα Κώστα Κωνσταντίνου, τη συνεργασία με την αρπίστρια Maria Christina, τη συνάντηση ντραμς-φωνής με τον Ηλία Δουμάνη, το πείραμα με τον πιανίστα Αλέκο Ορφανό σε διασκευές του Φρανκ Ζάπα. Παντού αναζητά το αυθεντικό.

Τα δικά της ουσιαστικά βήματα άρχισαν από το 2007, μαζί με την κρίση. «Δεν μας άγγιξε η κρίση γιατί ήμασταν μέσα στην κρίση», δανείζεται κάτι από την απάντηση που δίνουν οι τζαζίστες φίλοι της. Παραδέχεται ότι σ’ αυτόν τον χώρο άλλαξαν πολλά. «Μάλλον είμαστε η τυχερή γενιά. Ο τζαζίστας άλλωστε δεν θέλει πολλά. Κέντρο του είναι η μουσική. Εχουν έναν γλυκό, παιδικό αυτισμό οι μουσικοί που ασχολούνται σοβαρά με το είδος. Αν τους σκουντήσεις όταν μελετούν, δεν πρόκειται να σου δώσουν σημασία. Χάνονται στον δικό τους κόσμο».

Αν μπορούσε να παίζει κάθε μέρα, θα ήταν ευτυχής. Η δυσκολία είναι μέχρι να πείσει τους καταστηματάρχες: «Ακούστε τον ήχο μας». Αν ανοίξει η πόρτα και τη φιλοξενήσουν μια φορά, όλα αλλάζουν. «Μεράκι έχω, γι’ αυτό οι μουσικές μου παρέες είναι παθιασμένοι μερακλήδες με τη μουσική». Τώρα, θέλει να παίζει, να χορτάσει, όπως λέει, τις μουσικές του ηχογραφήματός της. Σκόπιμα δεν μιλάει για cd, αλλά για ηχογράφημα και φυσικό προϊόν. Το σχήμα της πάντως δίνει παραστάσεις στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις (30/3 στο Επίκεντρο στην Πάτρα, 21/4 στο Half Note) κ.ά.

Αναρωτιέμαι γιατί αυτή η περφόρμερ-δυναμίτης άργησε τόσο να δισκογραφήσει. «Είναι αυτό που έλεγε ο μεγάλος μάγκας Μάιλς Ντέιβις: “Για να παίξεις σαν τον εαυτό σου χρειάζεσαι πολλές ώρες πτήσης”».
Εκείνη ήθελε πρώτα να γεμίσει το σακίδιό της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ