Γιώτα Συκκά ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Γ. Βόγλης: «Στη ζωή το καλύτερο όπλο είναι η μάθηση»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο Γιάννης Βόγλης σπίτι του, μαζί με τις καδραρισμένες αναμνήσεις από τις ταινίες: «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», «Κορίτσια στον ήλιο» κ.ά., ετοιμάζεται για την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, που θα παίζεται όλο το καλοκαίρι στο Badminton.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τους ωραιότερους σκληρούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, έβαλε κάτω πολλούς «φλώρους» της μεγάλης οθόνης. Νταής που δεν σήκωνε άδικο και σίγουρα δεν θα ήθελες να παίξεις μαζί του όπως έκανε η ψηλομύτα Μέμα Σταθοπούλου, ο Γιάννης Βόγλης είναι από τους αγέρωχους του σινεμά και της τηλεόρασης. Ο σκληρός ευαίσθητος που δεν γέλαγε ποτέ, παρά μόνο στην Αν Λόμπεργκ σαν της πρόσφερε τα μύγδαλα, που έσπαγε πόρτες, παράθυρα και έδινε από κανένα χαστούκι αν χρειαζόταν, ήταν πάντα ο σοβαρός και ο μετρημένος του σινεμά και του θεάτρου.

Ο Γιάννης Βόγλης ή Ι. Γκόγκλης, όπως γράφει το κουδούνι της πολυκατοικίας στην Παλλήνη (αλλά και τα αρχεία του Εθνικού Θεάτρου), είναι το ίδιο επιβλητικός από κοντά, με τις βαθιά χαραγμένες ρυτίδες στο πρόσωπο να τονίζουν τα 78 του χρόνια. «Βαρύς», όπως τον γνωρίζουμε μέσα από εκατοντάδες ρόλους, αφήνεται σε ένα χαμόγελο μόνο σαν μιλάει για τα εγγόνια του που οι φωτογραφίες τους πρωταγωνιστούν στο γεμάτο από βιβλία γραφείο του, μαζί με τις καδραρισμένες αναμνήσεις από τις ταινίες: «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», «Κορίτσια στον ήλιο», «Οι υπερήφανοι».

Καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο, μιλάει για την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη που θα παίζεται όλο το καλοκαίρι στο Badminton φιλοδοξώντας να συγκινήσει τους ξένους επισκέπτες της Αθήνας που δεν έχουν χρόνο για την Επίδαυρο. Με οδηγό τον σκηνοθέτη και ακαδημαϊκό Σπύρο Ευαγγελάτο, το έργο παρουσιάζεται στα ελληνικά με συνοδεία υπέρτιτλων σε τρεις ξένες γλώσσες, με πρωταγωνίστρια τη Μαρίνα Ασλάνογλου και από την παλιά φρουρά τη Ρένη Πιττακή και τον ίδιο.

«Με τον Σπύρο πολλές φορές διασταυρωθήκαμε, είπαμε να συνεργαστούμε και το καταφέραμε πέντε δεκαετίες μετά. Ο Ευριπίδης είναι ένα καινοτόμος ποιητής και αυτό μας δίνει την ευκαιρία για ένα άλλου είδους ανέβασμα». Ο παιδαγωγός, τον οποίο υποδύεται, διαφέρει από τους άλλους γέροντες. «Σχεδόν υποδεικνύει την αναγνώριση στην Ηλέκτρα όταν ο αδερφός της Ορέστης με τον φίλο του Πυλάδη φτάνει στο Αργος. Επιπλέον, τους παροτρύνει να πάρουν εκδίκηση. Συνεπώς δεν είναι ένας παθητικός γέροντας αλλά μέσα στη δράση».

Στη δράση ήταν πάντα και ο ίδιος, από την ώρα που τελείωσε τη σχολή του Πέλου Κατσέλη. Πρώτη εμφάνιση στην παράσταση του Καρόλου Κουν «Η άνοδος του Αρτούρο» το 1961, ήταν το βραβείο του ως ένας από τους αριστούχους της σχολής. Θυμάται όλους εκείνους στους οποίους «χρωστάει», ανάμεσά τους και ο Ροντήρης που του έδωσε την ευκαιρία να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να δει καλό θέατρο, να ανοίξει τους ορίζοντές του, να φτάσει ώς το ανατολικό μπλοκ, να γνωρίσει προσωπικότητες όπως οι Μενέλαος Λουντέμης, Γιώργος Σεβαστίκογλου, Ελλη Αλεξίου… Τα έχει νωπά όλα, δεν ξεχνάει τίποτα, ίσως γιατί εδώ και καιρό κρατάει σημειώσεις για μια αυτοβιογραφία.

Ο πατέρας, με καταγωγή από τη Σμύρνη, χάθηκε στον πόλεμο. «Τρία χρόνια μετά, η μητέρα παντρεύτηκε έναν φίλο του, τον Περικλή. Απλός άνθρωπος, λαϊκός, με μεγάλωσε σε ένα σπίτι που τα βιβλία ήταν στοίβες παντού. Σε μικρή ηλικία είχα διαβάσει όλους τους σπουδαίους Ελληνες. Δεν είχα εκφράσει καλλιτεχνικές ανησυχίες μέχρι που στο νυχτερινό σχολείο (εμπορική σχολή) τις εντόπισε ένας εξαιρετικός φιλόλογος, ο Κοφινάς. Ενα βράδυ, μας πήγε να δούμε “Προμηθέα Δεσμώτη” με τον θίασο του Λίνου Καρζή και πρωταγωνιστή τον Μάνο Κατράκη στο Ηρώδειο. Ξέκοψα από τα αστεία της παλιοπαρέας και κατέβηκα στο κάτω διάζωμα». «Αυτό θέλω να κάνω», ομολόγησε στον εαυτό του κι αργότερα στον καθηγητή του.

Ζωηρός από μικρός, αρνιόταν να υποταχθεί «σε αυτό που έλεγαν καλό παιδί». Ο πατριός του τον στήριξε: «Να πας και θα τα καταφέρουμε». Πρώτα δοκίμασε τις δυνάμεις του σε έναν ερασιτεχνικό θίασο κι έπειτα πήγε στη σχολή Κατσέλη. Επιπλέον, άρχισε να εργάζεται στο Εθνικό Θέατρο σαν «κοντάρι» (βουβό πρόσωπο στις τραγωδίες).

«Δεν ήθελα να χρωστάω»

Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ως ηθοποιός δεν είναι τίποτα μπροστά σε όσα βίωσε ως παραγωγός. «Δούλευα δέκα χρόνια στην τηλεόραση για να ξοφλήσω τα χρέη μου. Δεν ήθελα να λένε πως ο Βόγλης χρωστάει». Επεσε θύμα των τοκογλύφων. Το τριώροφο στη Γλυφάδα έμοιαζε πια βραχνάς. Το θυσίασε. «Τόλμησα, δεν πέτυχα, χρεώθηκα ως παραγωγός… Τους ξεπλήρωσα όλους, ακόμη και τους τοκογλύφους, που τώρα θυμώνω σαν διαφημίζει τα ενεχυροδανειστήριά τους η τηλεόραση». Σε δύο χρόνια «θα σου πάρω ένα διαμέρισμα», υποσχέθηκε τότε στη Μιράντα. Τα κατάφερε: «Εμαθα να μην το βάζω κάτω».
Πολιτικοποιημένος αλλά όχι κομματικοποιημένος, συστήνεται έχοντας «ράμματα για όλους». Απεχθάνεται τη λέξη φιλελεύθερος. «Ονειρευόμουν πάντα μια ιδανική Αριστερά που πιστεύει στην επικοινωνία, όχι στην εξουσία. Τι πλατφόρμες και μ……ς;». Εκτιμά τον Βαρουφάκη, όχι όμως την Κωνσταντοπούλου που ξέρει από μικρή. «Είναι εριστική και προκλητική. Αυτές οι καινούργιες κυρίες, που μπαίνουν δυναμικά, δείχνουν γυναίκες που ξεπερνούν το μέτρο». Σέβεται την Παπαρήγα, αλλά το κόμμα «είναι κολλημένο, γι’ αυτό συρρικνώθηκε». Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη «βόλεψε το πλήθος», «στη Ν.Δ. δεν με εκπλήσσει τίποτα», ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ «έχει στα σπλάγχνα του μέρος της σαβούρας του ΠΑΣΟΚ». Σε τι θεό πιστεύει τελικά; «Σε μια στάση που τέτοιες ώρες θα τους ήθελε όλους ενωμένους».

Το μαύρο σύννεφο στο Εθνικό

Στα 78 του σήμερα, δηλώνει χορτασμένος. «Η ζωή μου μοιάζει με καρδιογράφημα, τα πάνω και τα κάτω. Πάντα τολμούσα. Μόλις ένιωθα τα πόδια μου να βγάζουν ρίζες, δοκίμαζα αλλού». Δούλεψε με τους: Ελλη Λαμπέτη, Μάνο Κατράκη, Αλέκο Αλεξανδράκη, Αλέξη Σολομό, πέντε χρόνια στο ΚΘΒΕ, τον Μίνω Βολανάκη, ίδρυσε τον οργανισμό «Ανατολή» ρισκάροντας σε ακριβές παραγωγές, έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής σε θεατρικούς οργανισμούς στην Κύπρο, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας κ.α.

Ο «παίδαρος» του ελληνικού κινηματογράφου, όπως τον χαρακτήριζαν στο ξεκίνημα, ήταν τυχερός και στο σινεμά. Γύρισε και ταινίες για τα χρήματα, αλλά «πάντα ως επαγγελματίας». Εργαζόταν στην Αγγλία σε κάποιες σειρές όταν πήγε η γυναίκα του να γεννήσει τον πρώτο τους γιο, σαν τον κάλεσε ο Βασίλης Γεωργιάδης για το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο». Μαζί γύρισαν και τα «Κορίτσια στον ήλιο» με την Αν Λόμπεργκ που έκοψαν 186.000 εισιτήρια. Θυμάται τα γυρίσματα στην Ανδρο, το νησί της μητέρας του, την εντυπωσιακή Σουηδέζα και την περίφημη σκηνή «Στάσου, μύγδαλα», που γύρισε πολλές φορές μέσα στη ζέστη με την κάπα του βοσκού στον ώμο, τα λόγια του σκηνοθέτη πως αυτή η ατάκα θα τον κυνηγάει σε όλη του τη ζωή. Η Αν ήταν η Σουηδέζα που ονειρευόταν τότε κάθε Νότιος. Η γλυκιά ομορφιά της δεν άφησε -λένε- ασυγκίνητο τον Βασίλη Γεωργιάδη, ενώ εκείνη είχε μάτια μόνο για τον πρωταγωνιστή. «Ποτέ δεν υπήρξε τίποτα μαζί της, γιατί ήδη ήμουν ερωτευμένος με τη γυναίκα μου. Ούτε όμως κι εκείνη μου είπε ποτέ τίποτα, σεβόταν ότι ήμουν παντρεμένος. Κάποτε ένας μη εκτιμητέος παραγωγός άφησε ένα υπονοούμενο. Του απάντησα πως δεν θα ρίσκαρα ποτέ τη φιλία του Βασίλη για λίγο σεξ».

Πώς αντέχει ένας γάμος πάνω από μισό αιώνα; Μου δείχνει την κομψή Σκωτσέζα: «Το φωτοστέφανο ανήκει στη γυναίκα μου». Γνωρίστηκαν στην ταινία «Ερόικα» του Μιχάλη Κακογιάννη. «Πρωτοετής στη σχολή, έμαθα από τη Δέσπω Διαμαντίδου ότι ψάχνουν πρόσωπα. Τα γυρίσματα ήταν νυχτερινά, υποτίθεται ήταν ένα πάρτι και γινόταν στο τότε σπίτι του Μιχάλη, στο Κολωνάκι». Ντυμένος κουρσάρος, όπως τον έντυσε ο Τσαρούχης, «είδα να περνάει μπροστά μου μια πανέμορφη Αμαλία. Ηταν η Μιράντα, που βρέθηκε στην Αθήνα γιατί βοηθούσε μια φίλη της Ελληνίδα που είχε ένα κλαμπ για φοιτητές κλασικής εκπαίδευσης οι οποίοι έρχονταν στη χώρα μας».

Τα παιδιά τους, Ροβέρτος και Δημήτρης, ακολούθησαν άλλους επαγγελματικούς δρόμους. Δείχνει ανακουφισμένος με τις επιλογές τους. Αλλωστε η δουλειά του δεν του έδωσε μόνο χαρές. Η σχέση του τα δύσκολα χρόνια με το Εθνικό Θέατρο άφησε ένα μαύρο σύννεφο. Του ζήτησαν να υπογράψει συμβόλαιο όταν τον κάλεσε ο Μουζενίδης, αλλά και ένα ατομικό δελτίο. «Επρεπε να απαντήσω αν είχα άμεση ή έμμεση σχέση με κάποιες πολιτικές οργανώσεις που απαριθμούσαν. Με τις μισές απ’ αυτές (Επιτροπή Ειρήνης, νεολαία της ΕΔΑ, Ελληνοσοβιετικός Σύνδεσμος) είχα μπλεχτεί...». Στην τέταρτη πρόβα τού ζήτησαν να φύγει. «Στο χαρτί που μου έστειλαν, έγραφαν ότι θεωρήθηκα “επικίνδυνος”».

Ο τσιγαρόβηχας τον τραντάζει. Παραδέχεται ότι «με φοβίζει ο χρόνος. Αναρωτιέμαι πόσος μου απομένει να κάνω πράγματα. Με επηρέασε ίσως ο Τσέχοφ που έπαιξα τον χειμώνα. Θα έρθει η στιγμή που όλα μας θα καταποντιστούν, που θα υπάρξει γαλήνη, ηρεμία, σαν χάδι», λέει τα λόγια που τον «τρώνε» από τον μονόλογο. Επειτα σηκώνεται με νεανική σβελτάδα δείχνοντας εγγονή και εγγονό στις φωτογραφίες. Τους αγοράζει βιβλία. «Θέλω να τους μάθω όσα μου δίδαξε η ζωή. Οτι το καλύτερο όπλο είναι η μάθηση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ