ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Χ. Γκαμπριέλ: «Είμαι αυτός που διαλύει το πάρτι, θυμίζοντας άβολα πράγματα»

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

«Σε μια από τις βομβιστικές επιθέσεις στο κέντρο της Μπογκοτά, γλίτωσα γιατί είχα περάσει από εκείνο ακριβώς το σημείο πριν από ένα λεπτό», εξομολογείται ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Στην πραγματικότητα δεν είναι καν παρελθόν». Τον φαντάζομαι να γράφει έχοντας σε περίοπτη θέση του γραφείου του το αγαπημένο του απόφθεγμα του Ουίλιαμ Φόκνερ, όπως μόλις μου εξομολογήθηκε.

Στα δύο βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος, είναι σαφές ότι ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες έχει μια εμμονή με το παρελθόν. Τόσο στον «Ηχο των πραγμάτων όταν πέφτουν» όσο και στους «Πληροφοριοδότες», που μόλις κυκλοφόρησαν, ακολουθώντας την παράδοση του σπουδαίου συμπατριώτη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, επιστρέφει στην πρόσφατη και τρικυμιώδη ιστορία της χώρας του, Κολομβίας, και σκαλίζει επιμόνως θέματα που πολλοί συμπατριώτες του θα προτιμούσαν να παραμείνουν για πάντα θαμμένα.

Δεν είναι και τόσο ευχάριστο αυτό που κάνετε, του λέω, και το πρόσωπό του φωτίζεται από ένα γενναιόδωρο χαμόγελο που τονίζει τα λατινοαμερικανικά χαρακτηριστικά του. «Ναι, είμαι αυτός που διαλύει το πάρτι», παραδέχεται. «Πιστεύω ότι η μνήμη είναι ηθική υποχρέωση του συγγραφέα. Το παρελθόν μάς ακολουθεί και σχηματοποιεί το παρόν. Είναι ένα εργαλείο να κατανοήσουμε τι μας έχει οδηγήσει στο σήμερα. Καταλαβαίνω ότι δεν είναι εύκολο, γιατί συχνά, όταν θυμάσαι, έρχεσαι αντιμέτωπος με δύσκολες επιλογές, και ειδικά στο παρελθόν της πατρίδας μου υπάρχουν πολλά άβολα πράγματα. Σκεφτείτε όμως πόση γνώση δεν θα είχαμε αν δεν υπήρχαν οι συγγραφείς. Από τον Πρίμο Λέβι λ.χ. μάθαμε τόσα πολλά για το Ολοκαύτωμα. Στην Κολομβία, και γενικότερα στη Λατινική Αμερική, πιστεύω ότι προσπαθούμε να κρύψουμε την αλήθεια, να καταστρέψουμε το παρελθόν. Αλλά κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας πρέπει να αντιστέκεται στην παρόρμηση της λήθης».

Στους «Πληροφοριοδότες» (μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη), με τους οποίους ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες εδραιώνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ως ένας εξαιρετικά ταλαντούχος πεζογράφος της νέας λατινοαμερικανικής γενιάς, έρχεται στο φως μια, μέχρι και πρόσφατα ανοιχτή, πληγή στην ιστορία της Κολομβίας: τo 1941, ο πρόεδρος Σάντος της Κολομβίας υπέγραψε μια σειρά μυστικές συμφωνίες με την αμερικανική κυβέρνηση, επιτρέποντας μεταξύ άλλων να καταρτιστούν «μαύρες λίστες», εμπνεύσεως του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με τους συμπαθούντες τον ευρωπαϊκό φασισμό, οι οποίοι είχαν πληθύνει εκείνα τα χρόνια.

Κοινωνικός θάνατος

Οι φόβοι δεν ήταν αβάσιμοι, καθώς αρκετοί Γερμανοί και Κολομβιανοί είχαν συλληφθεί για ναζιστική προπαγάνδα, απλώς όπως μας έχει διδάξει η Ιστορία, σε τέτοιου είδους λίστες -που στην περίπτωση της Κολομβίας ισοδυναμούσαν με κοινωνικό θάνατο- καταλήγουν και αρκετοί αθώοι. «Πολλοί Κολομβιανοί εξεπλάγησαν με την ιστορία αυτή και νομίζω ότι το ίδιο θα συμβεί και με τους Ευρωπαίους αναγνώστες», σημειώνει ο Βάσκες, εξηγώντας μου παράλληλα τι είναι αυτό που επιδιώκει μέσα από τη συγγραφή: «Την εξερεύνηση αυτού που ονομάζουμε “ανθρώπινη περίπτωση”, με γνώμονα το πόσο πολύπλοκοι είμαστε και το ότι βρισκόμαστε διαρκώς στη ζωή αντιμέτωποι με δύσκολες επιλογές».

Με μια δύσκολη επιλογή βρέθηκε αντιμέτωπος και ο ίδιος, όταν έπρεπε να αποφασίσει αν θα μείνει στην Κολομβία ή αν θα την εγκαταλείψει. Γεννήθηκε το 1973 στην Μπογκοτά, «την ίδια περίοδο που δημιουργήθηκαν και άρχισαν να διογκώνονται τα καρτέλ ναρκωτικών», όπως υπογραμμίζει. Μέχρι τα δέκα του χρόνια, η Μπογκοτά ήταν μια μεγάλη και χαοτική πόλη, αλλά παρέμενε αρκετά ασφαλής και ειρηνική.

Αυτό άλλαξε το 1984, όταν ο Κολομβιανός βαρώνος των ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ έδωσε την εντολή για τη δολοφονία τού τότε υπουργού Δικαιοσύνης Rodrigo Lara Bonilla. Η Μπογκοτά μετατράπηκε σε μια πόλη απίστευτης βίας.

«Για τα επόμενα χρόνια οι πυροβολισμοί και οι εκρήξεις ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα. Σε μια από τις βομβιστικές επιθέσεις στο κέντρο, γλίτωσα γιατί είχα περάσει από εκείνο ακριβώς το σημείο πριν από ένα λεπτό. Ουσιαστικά μεγάλωσα σε μια πόλη σε εμπόλεμη κατάσταση κι αυτό με διαμόρφωσε σε αρκετά σημαντικό βαθμό. Οταν στα 23 μου χρόνια αποφάσισα να φύγω από τη χώρα για να γίνω συγγραφέας, πίστευα πως έκανα ακριβώς το ίδιο με τους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς που θαύμαζα, τον Φουέντες, τον Κορτάσαρ, τον Μάρκες, τον Λιόσα. Και αυτοί είχαν αφήσει τις πατρίδες τους για να γίνουν συγγραφείς. Χρόνια μετά, κατάλαβα ότι με έναν τρόπο εκδιώχθηκα από τη χώρα μου, μη αντέχοντας όλη αυτή τη βία».

Το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων, εκδόθηκε το 2001 και πολλοί εξέφρασαν την απορία τους: «Συχνά με ρωτούσαν “γιατί δεν γράφεις για την πατρίδα σου; Υπάρχουν τόσα ενδιαφέροντα θέματα στην Κολομβία κι εσύ γράφεις για θλιμμένους εραστές”. Η απάντησή μου ήταν ότι δεν καταλάβαινα την Κολομβία κι ένιωθα ότι δεν είχα το δικαίωμα να γράψω για μια χώρα που δεν γνώριζα καλά. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια στο εξωτερικό, αρκετή απόσταση, μέχρι να συνειδητοποιήσω πως το γεγονός ότι δεν καταλάβαινα τη χώρα μου ήταν ο καλύτερος λόγος για να γράψω γι’ αυτήν. Και έτσι προέκυψαν “Οι πληροφοριοδότες”.

Από τότε, κάθε βιβλίο μου είναι για την Κολομβία και το παρελθόν της, μια διαρκής εξερεύνηση “περιοχών” που βρίσκονται στο σκοτάδι».

Η επιστροφή

Εδώ και δύο χρόνια, ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες έχει επιστρέψει και ζει με την οικογένειά του στην Μπογκοτά. Ζει από κοντά τις μεγάλες αλλαγές που διαφαίνονται στον ορίζοντα για την Κολομβία καθώς έχουν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις μεταξύ των μαρξιστών ανταρτών της οργάνωσης Επαναστατικές Ενοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας (FARC) και της κυβέρνησης, ώστε να τεθεί ένα τέλος σε πενήντα χρόνια πολέμου. «Οι μισοί Κολομβιανοί δεν θέλουν διαπραγματεύσεις, αλλά την πλήρη εξολόθρευση των ανταρτών, και οι υπόλοιποι επιθυμούν να σταματήσει αυτός ο πόλεμος που έχει αφήσει πίσω του αμέτρητα θύματα, νεκρούς, εκτοπισμένους, πληγωμένους. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο λοιπόν γίνεται μια συζήτηση για το τι χώρα θέλουμε να έχουμε... Σε ό,τι με αφορά, θα ήθελα μια Κολομβία ειρηνική και δίκαιη, όπου ο διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας θα είναι σαφής και τα ναρκωτικά θα έχουν νομιμοποιηθεί γιατί μόνο έτσι θα απαλλαγούμε από αυτό το τεράστιο πρόβλημα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ