ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Η αγαπημένη «συνήθεια» της Αμοργού

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Τα ορεινά μονοπάτια της Αμοργού, πέραν της άσκησης και της «επικοινωνίας» με τη φύση, προσφέρουν επιπλέον εκπληκτική θέα στο άγριο τοπίο του νησιού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ωρα τρεις τα ξημερώματα. Το πλοίο της γραμμής στριμώχνεται για να δέσει στο μικρό λιμάνι της Αιγιάλης, στην Αμοργό. Ενα τσούρμο νεαροί πετάγονται πρώτοι και αρχίζουν να τρέχουν φορτωμένοι μέσα στη νύχτα προς το κάμπινγκ· θέλουν να προλάβουν τις καλύτερες θέσεις. Το πλοίο σιγά σιγά αδειάζει και συνεχίζει για Αστυπάλαια. Η σεζόν φέτος πήγε πίσω, λόγω των γνωστών οικονομικών προβλημάτων τον Ιούλιο, όμως από τον Αύγουστο, όπως λένε οι ντόπιοι, «τα πράγματα έχουν αρχίσει να φτιάχνουν». Η Αμοργός είναι από εκείνα τα κυκλαδονήσια που κάποιος τα «ερωτεύεται». Δεν συγκρίνεται φυσικά τουριστικά με την Πάρο ή τη Μύκονο, όμως οι περισσότεροι επισκέπτες της είναι πιστοί: επιστρέφουν εκεί ξανά και ξανά σαν από αγαπημένη συνήθεια, βρίσκοντας έναν τόπο που τελικά αρχίζουν να τον αισθάνονται δικό τους.

Ο καλύτερος τρόπος για να συλλάβει κανείς την πρωτόγονη ομορφιά του αμοργιανού τοπίου, είναι να το περπατήσει. Το νησί άλλωστε διαθέτει μερικές από τις καλύτερες πεζοπορικές διαδρομές στις Κυκλάδες, άλλες υψηλότερων και άλλες πιο ήπιων απαιτήσεων, ενώ και κάποιες από τις πιο όμορφες, «κρυφές» παραλίες του έχουν πρόσβαση μέσω τέτοιων μονοπατιών. Αέρας, θάλασσα, πέτρα που γυαλίζει στον ήλιο: αυτό είναι κυρίως το άγριο, γυμνό σκηνικό των διαδρομών που προκαλούν δέος, διασχίζοντας κορυφή την κορυφή το νησί και προσφέρουν αξέχαστη θέα σε όποιον κάνει τον κόπο να τις ακολουθήσει.

Το περπάτημα βέβαια φέρνει και την ανάλογη διάθεση για βουτιές στη θάλασσα. Η Αμοργός είναι κι εδώ ιδιαίτερη. Οι παραλίες της είναι σχετικά μικρές και διαφορετικές μεταξύ τους. Από την πιο πολυσύχναστη της Αιγιάλης μέχρι τον Μούρο και την Καλοταρίτισσα στον Νότο με το νησάκι της Γραμβούσας απέναντι, ο επισκέπτης θα απολαύσει το μπάνιο με φόντο διαφορετικά τοπία και χωρίς πολλή «οργάνωση» – γεγονός που εκτιμάται ιδιαιτέρως από τους περισσότερους και γι’ αυτό προφανώς παραμένει έτσι. «Πετράδι» του στέμματος, στα πόδια του περίφημου μοναστηριού της Χοζοβιώτισσας, η παραλία της Αγίας Αννας, το απέραντο γαλάζιο. Στην κυριολεξία, αφού η ομώνυμη ταινία του Λικ Μπεσόν έχει γυριστεί εδώ, αναδεικνύοντας τα κρυστάλλινα νερά και τον βυθό, ο οποίος φαίνεται καθαρά ακόμη και από το ύψος του βουνού που δεσπόζει πάνω τους. Και επειδή η σχέση των Γάλλων με το σινεμά είναι παροιμιώδης, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το νησί της Αμοργού, στο οποίο η αναλογία σε σχέση με τους υπόλοιπους ξένους τουρίστες είναι συντριπτικά υπέρ τους.

Το σούρουπο –και ψάχνοντας το ιδανικό μπαλκόνι για το ηλιοβασίλεμα– καταλήγεις στη Χώρα. Κρυμμένος στα βουνά υπό τον φόβο των πειρατών, ο παλιός οικισμός είναι από τους ωραιότερους των Κυκλάδων.

Στο κέντρο του, ο τεράστιος βράχος του κάστρου εποπτεύει τα σοκάκια και τις (δεκάδες) εκκλησίες. Ακριβώς απέναντι, μια σειρά ανεμόμυλοι «δένουν» τον γυμνό βράχο με τον ουρανό και τη θάλασσα στο βάθος.

Πέραν όλων αυτών, είναι μάλλον τα πιο μικρά πράγματα που κάνουν την Αμοργό αγαπητή: η ευπρόσδεκτη χαλαρότητα των ντόπιων, οι οποίοι και να ζουν με το άγχος του τουρισμού, σίγουρα δεν το δείχνουν. Η σχεδόν πλήρης απουσία αυτού που ονομάζουμε «μαζική διασκέδαση»· αντιθέτως, τα καλόγουστα μπαρ και καφέ, κυρίως στη Χώρα και στην Αιγιάλη, προσφέρονται για βραδιές –ακόμα και για ξενύχτι– με καλή μουσική και εξαιρετικά κοκτέιλ. Η «κοινότητα» των κάμπινγκ: αυτά είναι δύο, στην Αιγιάλη και στα Κατάπολα, και ο νεανικός, κατά κανόνα, πληθυσμός τούς δίνει άλλη πνοή και ζωντάνια καθώς μπερδεύεται με τον υπόλοιπο, πιο «ακριβό» τουρισμό του νησιού. Η ψημένη ρακή. Σήμα κατατεθέν της Αμοργού, το μυρωδάτο ηδύποτο που μοιάζει με το γνωστό ρακόμελο (αλλά με πιο έντονη γεύση) παράγεται από τους ντόπιους και σερβίρεται παγωμένο, ιδανικό συμπλήρωμα σε ένα νόστιμο γεύμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ