ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Μαστρομιχάλη, πάρε εσύ το κλειδί»

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

«Το μυαλό μου δεν σταμάταγε ποτέ να δουλεύει για τα μαστοριλίκια. Καμιά φορά πορπάταγα και ήμουνα σαν το φάντασμα, γιατί σκεφτόμουνα τα μηχανικά».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μόνο που θα μου μιλάς λίγο πιο δυνατά. Τα αυτιά μου είναι κομμάτι περήφανα», λέει ο Μιχάλης Χατζηνικολάου, πιο γνωστός ως Μαστρομιχάλης. Και η γυναίκα του, που κάθεται δίπλα του πάνω από 60 χρόνια, συμπληρώνει: «Να μου τα λες εμένα, παιδί μου, και θα τον ρωτάω εγώ που με καταλαβαίνει». Στην πορεία της συνέντευξης, η βοήθειά της θα αποδειχθεί όντως τεράστια. Με την ίδια λεπτότητα που θα έβαζε βελονιά σε ένα εργόχειρο, θα συμπληρώνει την αφήγηση του άνδρα της, όπως όλα τα αιώνια ζευγάρια στη ζωή, που στο τέλος γίνονται ένα και ακούς από δύο στόματα την ίδια ιστορία.

Απέναντί μου βρίσκεται λοιπόν ένας από τους τελευταίους καραβομαραγκούς στην Ελλάδα. Στα 90 του χρόνια, με μάτια που έχουν ακόμα σπίθα και χέρια αυλακωμένα από τη δουλειά, παραγγέλνει έναν ελληνικό καφέ και μετά βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Παίρνει μια βαθιά ζωογόνο ρουφηξιά, αφήνει μια τολύπα καπνού και αρχίζει. Κράτησα την ντοπιολαλιά του, θα ήταν αμαρτία να την πειράξω.

Στους μάστορες

«Γεννήθηκα στην Σύμη. Δώδεκα χρονώ επήγα σε μοναστήρι για ενάμισο χρόνο. Στον Πανορμίτη, όπου ο πατέρας μου ήταν γραμματέας. Το 1939, σε ηλικία 13, ένας ψάλτης, ο Αντώνης Κυραμαριός, που ήταν και μαραγκός, είπε στους δικούς μου πως είχα ωραία φωνή και θα μπορούσε να με πάρει μαζί του, να μάθω ψαλτική αλλά και την μαραγκοσύνη. Εγώ που ήθελα να φύγω από το μοναστήρι δέχθηκα αμέσως. Μ’ αρέσε η ιδέα. Στο σπίτι μας άνοιγες την πόρτα, να η θάλασσα. Τα καρνάγια, οι τεχνίτες, οι ψαράδες, τα σφουγγάρια, όλα μπροστά μας. Το πρωί πηγαίναμε στο εργαστήριο του Κυραμαριού, καμιά δωδεκαριά παιδιά και το βράδυ μαθαίναμε τις βυζαντινές νότες, Πα, βου, γα, δε. Ομως εγώ ήμουνα ανήσυχος και πάνω στο εξάμηνο έφυγα από εκεί και πήγα σε έναν άλλο μάστορα, τον Μαλαξό. Ηξερε το ξύλο και με έμαθε να κάνω οικονομία στο υλικό, να μην το χαλαλίζω "ψαρτό, ψαρτό", λίγο-λίγο δηλαδή στα συμιακά, μού ’λεγε. Το Σαββάτο όμως δεν έδινε ούτε δεκάρα για καραμέλα. Εφυγα και από αυτόν το μάστορα, αντάρτικα. Και πήγα να πιάσω δουλειά στα ασβεστοκάμινα. Τελικά κατέληξα στον Ψαρρό, τον Γιώργη, που έκαμε μεγάλα σκάφη. Αυτός δε με δεχόταν εύκολα γιατί τα ’δερνε τα παιδιά και εμένα δεν μπορούσε να με χτυπήσει γιατί ο πατέρας μου είχε καλή θέση και τον εξέρανε όλοι. Πείσμωσα. Εβαλα μέσον, τελικά με δέχθηκε το 1940.

»Εμένανε μ’ άρεσε να ξυπνώ πρωί. Πήγαινα στην δουλειά πριν από όλους τους παραγιούς και περίμενα να έρθει το αφεντικό με το μεγάλο κλειδί, το τρυπητό, να ανοίξει την πόρτα. Ο Ψαρρός, με τις μουστάκες του και τις πλεχτές φανέλες, φόραε ποκάμισα ποπλίνα με τρύπες από τον καπνό της πίπας. Ηταν άπαιδος. Με συμπάθησε. Και μετά από λίγο καιρό μού είπε: “Μαστρομιχάλη, πάρε εσύ το κλειδί”. Ηταν ο πρώτος που με φώναξε έτσι. Ημουνα 15 χρονώ. Είχε μεγαλώσει πια και έτρεμε το χέριν του. Τον εβοηθούσα σε όλα και σε λίγο αυτός έκαμε τον παραγιό και εγώ τον μάστορην».

Πόλεμος και ορφάνια

« Το ’42, μέσα στον πόλεμο, επάει ο πατέρας μου στη Ρόδο για δουλειές του μοναστηριού. Στην επιστροφή τορπιλλίσανε το καράβι και χάθηκε. Εμεινε η μάνα μου χήρα 35 χρονώ με οκτώ παιδιά και το σπίτι άδειο από φαγητό. Ανέλαβα την οικογένεια εγώ. Είχα μεγάλον αδελφό αλλά ήτανε ναυτικός και δεν είχε το σάρτο το δικό μου (να ’σαι σβέλτος και δουλευταράς) και την καπατσιτά. Πήγα σε ένα καράβι για επισκευή, σαν μαστοράκι, με καλά λεφτά. Ο πόλεμος ήταν σκληρός, τα Στούκας περνάγανε πάνω από την κεφαλή μας, έκλεβα φαγητό από κανένα μαγαζί για να τα βγάλουμε πέρα.

»Μετά τον πόλεμο, άνοιξα στη Σύμη δικό μου μαγαζί και ήμουν ο πρωτομάστορας που έκαμε τα καΐκια. Η τύχη μου ήταν πως ένας παλιός τεχνίτης που ήξερε την τέχνη με συμπάθησε και κάθισε δίπλα μου και μου έμαθε όλα τα μυστικά. Επιστήμη ολόκληρη. Εγώ ήμουνα και μορφωμένος. Είχα βγάλει δημοτικό. Τα ’πιανα. Το ’47 τα πράματα ήταν άσχημα. Δεν είχε δουλειές και επήρα την απόφαση να πάω στην Ρόδο. Με εβοήθησαν κάτι Σαμιώτες γνωστοί μου που είχαν αλευρόμυλους. Εκοιμόμουν στο καράβι τους και μου έδιναν 500 λιρέτες αργομισθία μέχρι να βρω δουλειά. Περίμενα για το μεροκάματο, όπως οι Αλβανοί σε εμάς, μετά από χρόνια. Τίποτα. Τελικά έκαμα ένα βαρκάκι, για να δούνε ότι είμαι μάστορας. Να τους πείσω. Δεν ήξερα τι να κάνω. Εβγαλα ναυτικό φυλλάδιο να ’μαι και ναύτης αλλά και να ’μαι και μαραγκός. Επήγα στην εταιρεία Διαμαντής Πατέρας, Νίκης 22. Οι Πατέρηδες –που έχουνε κάνει τον Ευαγγελισμό– ήταν ευεργέτες, καλοί ανθρώποι. Εσυνάντησα τον Παντελή Πατέρα και μου έδωσε το χέρι του για να δει αν το δικό μου ήτανε σκληρό, για μαλακό, να καταλάβει αν είμαι τεχνίτης».

Mε ένα πουκάμισο

«Με στείλανε στην Αμβέρσα. Εφυγα με ένα πουκάμισο. Μπήκα σε ένα αεροπλάνο της Σαμπένα για Βρυξέλλες. Πρώτη φορά πέταξα. Τα κατάφερα κι έφτασα. Κρύο. Αγγλικά ούτε λέξη. Με περίμενε ένας λοστρόμος, ένα ανθρωπάκι μεγάλης ηλικίας. Φύγαμε την επομένη για την Κίνα. Οταν ήρθε η ώρα να πληρωθώ, με φώναξε ο καπετάνιος, μου ’πε πως θα πάρω διπλά αλλά επειδή ήμουνα νέος και άπειρος, για να μην μου τα φάνε, εστέλνανε τα μισά στην μάνα μου και τα άλλα μισά στην Αγγλία, στην τράπεζα. Τα ’χε κανονίσει όλα ο λοστρόμος. Για 8 χρόνια, άλλαξα τρία καράβια, τα πήγα πολύ καλά, ήμουνα κεφάλαιο για την εταιρεία. Το 1958 παντρεύτηκα την δεσποινίδα που βλέπετε δίπλα μου. Ητανε αδελφή ενός συναδέλφου στο καράβι. Είχε την φωτογραφία της στην καμπίνα του. Μ’ άρεσε πολύ. Εμπαινα κρυφά κάθε τόσο και την έβλεπα. Ξεκινήσαμε αλληλογραφία. Κυριακή βράδυ την είδα, Δευτέρα την επαντρεύτηκα. Ξεμπάρκαρα. Ολοι ανεβήκανε στην κουβέρτα του πλοίου να με αποχαιρετήσουνε. Το καράβι εσφύριξε για μένα. Συγκινήθηκα.

»Εφυγα από την θάλασσσα, διότι μου ήρθε να ανοίξω κινηματογράφο στην Ρόδο. Εκάμαμε τον σινεμά Τιτάνια, θερινό. Με τα αδέρφια μου το κάμαμε. Αλλά το χειμώνα δεν είχαμε εισοδήματα και έτσι κάμαμε και χειμερινό. Επήρα δάνειο σα μαραγκός, για να το φτιάσω. Είκοσι πέντε Δεκεμβρίου, το 1960, το ’χαμε έτοιμο. Και άνοιξε με Τζέρι Λιους "Θαλασσόλυκο", 3.800 εισιτήρια. Τεράστια επιτυχία. Λεφτά δεν είχαμε όμως. Τρώγαμε από το μπαρ και μέναμε από πάνω. Ομως με τα χρόνια τα επήγαμε τόσο καλά που μέχρι και η Βουγιουκλάκη ήρθε να μας δει. Ο μόνος σινεμάς που πήγε στην επαρχία.

»Ολα αυτά τα χρόνια η μανία μου με τα πλοία δεν είχε σταματήσει. Το ’64 πήρα ένα πλοίο από πλειστηριασμό και το έκαμα τουριστικό για το δρομολόγιο Σύμη-Ρόδο. Ημουνα ο πρώτος που άνοιξε το δρομολόγιο. Μετά πήρα και ένα μεγάλο σιδερένιο καράβι από την Ιταλία και το έβαλα στην άγονη γραμμή. Με την Χούντα άρχισε η κατιούσα. Βγήκε η τηλεόραση, έκοψε η δουλειά στο σινεμά. Το 1980 το κλείσαμε. Είχανε βγει τα βίντεο. Το μεγάλο καράβι το κατασχέσανε».

Ο άρχοντας...

«Εγύρισα και εγώ στην παλιά μου δουλειά. Το μυαλό μου δεν σταμάταγε ποτέ να δουλεύει για τα μαστοριλίκια. Καμιά φορά πορπάταγα και ήμουνα σαν το φάντασμα, γιατί σκεφτόμουνα τα μηχανικά. Εκαμα αίτηση να μου δώσουν έναν χώρο στο λιμάνι της Ρόδου για καραβομαραγκούσυνη. Τον πήρα. Εγώ είμαι ο άρχοντας του λιμανιού. Με ξέρουν όλοι. Εχω κάμει καραβόσκαρα, περάματα, όμορφα καΐκια. Μεγάλα και μικρά.
»Μια φορά επήγα στο Πολυτεχνείο να δείξω τα σχέδιά μου στον πρύτανη που ήταν μηχανολόγος για τους σεισμούς. Μου είπε εδώ δεν προλαβαίνουμε την τεχνολογία και ασχολείσαι εσύ ακόμα με τέτοια; Μόλις τα ’δε, με φώναξε να βοηθήσω τους ναυπηγούς. Προσπαθούσανε να σχεδιάσουνε ένα τρεχαντήρι. Πού να τους βγει. Δεν ξέρανε...

»Ξέρεις ποιο είναι το μυστικό; Προτού κάμω ένα σκαρί, το φτιάνω στο μυαλό μου. Το σχεδιάζω, το ταξιδεύω και μετά αρχίζω να δουλεύω. Κάμω τα σαλέτα, το μασταράκι, τη μετζαρόλα, το ποστρόφι, πολλά... Ο μαραγκός είναι ο υπεύθυνος της κατασκευής, ο αρχηγός, και μετά έρχεται ο καλαφάτης, ο αρμαδώρος, οι άλλοι. Αμαν είναι στραβό το άλμπουρο, τίποτα δεν γίνεται».

«Μου παίρνουν το παιδί μου, τη χαρά μου»

«Δίνουν λεφτά για να σπάμε τα καΐκια μας. Να σου πω πώς νιώθω όταν έρχεται η μπουλντόζα και τα τσακίζει; Τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου. Ξέρεις γιατί πονάω; Γιατί ξέρω πώς φτιάχνεται ένα σκαρί. Παίρνω ένα στραβόξυλο. Το πασπατεύω, το χαδεύω, το ξαναχαδεύω, το ακούω. Το φτιάχνω, ένα χρόνο, δυο χρόνια, κάθε μέρα. Είμαι εκεί δα πάνω συνεχώς. Και όταν είναι να φύγει από το καρνάγιο το καΐκι, αρρωσταίνω. Για μέρες δεν μιλάω σε άνθρωπο. Λέω από μέσα μου, κάποιος μου παίρνει το παιδί μου, τη χαρά μου. Οπως παντρεύεις το κοριτσάκι σου και σ’ το παίρνει κάποιος και εσύ σκέφτεσαι πώς το νανούριζες μωρό. Δεν φτιάχνεις πόρτες. Φτιάνεις ένα πράγμα που μπαίνεις μέσα και του λες, πάρε με εδώ, πάρε με εκεί. Και αυτό σε πάει. Αν δεν υπήρχαν οι καραβομαραγκοί, δεν θα υπήρχε η ανθρωπότης. Διότι αυτοί ενώνουνε τους τόπους, όχι ο καπτα Μιχάλης και ο καπτα Γιάννης. Εμείς τους κάνουμε καραβοκύρηδες. Οι Ελληνες με ένα κάμποτο πανί ραμμένο στο χέρι και περασμένο με ρετσινόλαδο, φτάσανε στην άλλη άκρη της Γης, χωρίς πυξίδα, μόνο με τον Θεό και ένα γερό ξύλινο σκαρί. Και είμαστε έτοιμοι να το ξεχάσουμε αυτό;»

Ενα μουσείο...

«Δέκα χρόνια τυραννιέμαι στη Ρόδο, να κάνουμε ένα μουσείο ναυτικής παράδοσης, μπας και σώσουμε κάτι. Το ελληνικό πέραμα, το τρεχαντήρι, είναι τα ωραιότερα πλεούμενα στον κόσμο κι εμείς τα σπάμε και τα καταστρέφουμε για να πάρουν οι ψαράδες τις αποζημιώσεις από την Ευρώπη. Οι Τούρκοι που τώρα κάνουνε δουλειές τουριστικές με αυτά, δεν είχανε ιδέα πώς να τα φτιάσουνε. Από εμάς επήρανε και ξεπατικώσανε. Οι Ευρωπαίοι δεν αφήνουνε τις τράτες για να μην καταστρέφεται το ψάρι· λάθος, το ψάρι ανανεώνεται. Το κάμουνε για να τρώμε ιχθυοτροφείου. Εμάς που έχουμε τα καρνάγια –μερικά είναι πάνω από 100 χρόνια στην ίδια θέση σε ένα λιμάνι– μας έχουν τσακίσει στα πρόστιμα, γιατί λέει οι κατασκευές μας είναι παράνομες. (σ.σ. Δεν έχουν πολεοδομικές άδειες.) Ντροπή. Να μας προστιμάρουνε εμάς που είμαστε οι τελευταίοι μιας τέχνης που γεννήθηκε στην αρχαιότητα; Ερχονται κάτι τύποι με γραβάτες και μας κόβουνε “κοστούμια” για την εφορία. Το μουσείο πρέπει να γίνει τώρα, η ηλικία μου δεν μου επιτρέπει να περιμένω. Αύριο μπορεί να πεθάνω. Ποιος θα μάθει αυτά που μπορώ να διδάξω; Μα και πλαστικά σκάφη να φτιάχνεις σήμερα, το σουλούπι το παίρνεις από τα ξύλινα, από τον καραβομαραγκό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ