ΕΛΛΑΔΑ

Η μεγάλη νίκη πίσω από την ετυμηγορία

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Αίσιο τέλος στην περιπέτεια της κ. Μαίρης Μαυρή-Βαβαγιάννη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στις 7 Μαρτίου 2013, η αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ασφυκτιούσε από τους μαυροντυμένους, μεγαλόσωμους άνδρες με τα ξυρισμένα κρανία. Σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, η κ. Μαίρη Μαυρή-Βαβαγιάννη, μια μικροσκοπική γυναίκα, είχε ορθώσει το ανάστημά της, καταθέτοντας χωρίς φόβο όσα ήξερε για την υπόθεση. Οτι ένα μεσημέρι του Οκτωβρίου του 2007 είδε 4-5 άτομα να βγαίνουν από ένα αυτοκίνητο στην Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου, όπου τότε δίδασκε, και να επιτίθενται με ρόπαλα σε έναν φοιτητή. Οτι είχε σημειώσει τον αριθμό κυκλοφορίας, τον οποίο είχε αναφέρει στις Αρχές. Και ότι, όχι, δεν γνώριζε –πώς να το γνώριζε;– ότι το αυτοκίνητο ανήκε στον Ηλία Κασιδιάρη. Είχε αποχωρήσει από το δικαστήριο υπό τις απειλές του πλήθους, συνοδεία αστυνομικών. Ηταν μία μέρα που θα ήθελε να ξεχάσει.

Η εικόνα στο δικαστήριο χθες ήταν πολύ διαφορετική. Η κ. Βαβαγιάννη καθόταν αυτήν τη φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου, έχοντας μηνυθεί το 2010 από τον Ηλία Κασιδιάρη για ψευδορκία στην παραπάνω υπόθεση. Ομως πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας, που είχε οριστεί για τις 9 το πρωί, η αίθουσα είχε γεμίσει από φίλους, συναδέλφους, υποστηρικτές της. Αμέτρητα τα ονόματα στον κατάλογο μαρτύρων υπεράσπισης. Κανείς δεν την άφησε μόνη αυτήν τη φορά.

Και ήταν πραγματικά συλλογική η ανακούφιση στο «αθώα» που ακούστηκε από την πρόεδρο, βάζοντας τέλος σε μια περιπέτεια σχεδόν εννέα χρόνων. «Δεν συγκροτείται αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος», συνέχισε η έδρα εμφατικά, κάνοντας το ακροατήριο να ξεσπάσει σε χειροκροτήματα. Τυπικά το δικαστήριο αποφάσιζε χθες για το αδίκημα της ψευδορκίας, στην πραγματικότητα όμως έκρινε για κάτι πολύ ευρύτερο. Την αντίληψη του «πού να μπλέκω τώρα». Την πεποίθηση ότι όποιος κάνει το χρέος του απέναντι στην κοινωνία μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένος, ανυπεράσπιστος, κατηγορούμενος.

«Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα εξελισσόταν έτσι αυτή η ιστορία», λέει στην «Κ», φανερά ικανοποιημένη, η κ. Βαβαγιάννη, καθηγήτρια Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη σύνταξη εδώ και λίγα χρόνια. «Ομως και το τέλος ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που περίμενα», προσθέτει. Η δίκη είχε πάρει ήδη αρκετές αναβολές, τα έξοδα αυξάνονταν, η ψυχραιμία εξαντλούνταν. «Φοβόμουν ότι κάτι θα γίνει και θα αναβληθεί και πάλι. Ή ότι θα έρθει αυτός (σ.σ. εννοεί τον Ηλία Κασιδιάρη) και ποιος ξέρει τι θα ισχυριστεί».

Τελικά «αυτός» εμφανίστηκε με καθυστέρηση. Οι άνδρες της συνοδείας του, στις γνωστές διαστάσεις, ακροβολίστηκαν στην αίθουσα, αλλά υποχρεώθηκαν να εξέλθουν μαζί με όσους δεν είχαν «δουλειά». Οταν εκλήθη από την έδρα, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί πλέον την ποινική της δίωξη, εφόσον είχε ο ίδιος αθωωθεί για την υπόθεση της Πανεπιστημιούπολης. «Δεν θέλω να καταδικαστεί μια ηλικιωμένη γυναίκα», πρόσθεσε, κάνοντας το ακροατήριο να ξεσπάσει σε γέλια.

Το δικαστήριο πάντως επέμεινε. «Δηλαδή δεν θεωρείτε πια ότι είπε ψέματα η κατηγορουμένη;». «Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο», επαναλάμβανε ο Ηλίας Κασιδιάρης. «Οφειλε η κ. Βαβαγιάννη να αναφέρει τα όσα είδε στην Αστυνομία;», τον ρώτησε ο δικηγόρος της, Νίκος Κωνσταντόπουλος. «Αν ήταν αλήθεια, όφειλε, αν ήταν ψέματα, δεν όφειλε», απαντούσε.

Η αίτηση ανάκλησης της μηνυτήριας αναφοράς, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, που επέλεξε να προχωρήσει τη διαδικασία. Ενας προς έναν οι μάρτυρες υπεράσπισης (δεν είχε προσέλθει ούτε ένας μάρτυρας κατηγορίας) κατέθεταν ότι η κ. Βαβαγιάννη είχε ενημερώσει πρώτα απ’ όλα τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου για το συμβάν, ότι είχε τηλεφωνήσει ταραγμένη σε φίλους να το αφηγηθεί, ότι ενημέρωσε για την περιβόητη πινακίδα τις Αρχές μόνον όταν της το ζήτησε ο φοιτητής-θύμα της επίθεσης. «Μήπως είχε κάποιου είδους εμπάθεια με τον κ. Κασιδιάρη;», ρώτησε η πρόεδρος τον φοιτητή. «Μα δεν τον γνώριζε τότε, κανείς μας δεν τον γνώριζε», ανέφερε εκείνος. «Και αν τη γνωρίζατε λίγο, θα ξέρατε ότι δεν είναι εμπαθής άνθρωπος, γενικότερα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ