ΒΙΒΛΙΟ

Παιχνίδι με τα ονόματα του μύθου

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Η συνειδητή γυναικεία ματιά της Κ. Κορρυβάντη είναι διακριτική αλλά επίμονη, καθώς παραφράζει μύθους με ολιγόστιχα ποιήματα. Ο Κ. Συφιλτζόγλου μοιάζει να διαθέτει το παλιό, πλυμένο βαζάκι μαρμελάδας, όπου συγκεντρώνει τη συλλογή του από ονόματα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΡΥΒΑΝΤΗ
Μυθογονία
εκδ. Μανδραγόρας

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
Στο σπίτι του κρεμασμένου
εκδ. Θράκα

Eγινε μόδα να χαρακτηρίζουμε την ποίηση «πυκνή», επαινετικά, κι όπως συμβαίνει με τους συρμούς, ξεχνάμε, συχνά, τι ακριβώς εννοούμε. Οι δυο συλλογές που σταυροβελονιάζουμε εδώ θα βεβαιώσουν, ωστόσο, και τον πλέον ανίδεο ότι με τον χαρακτηρισμό «πυκνός» εννοούμε, πράγματι, καμιά φορά αυτό που λέμε. Τα υπό συζήτηση ποιήματα δυο νέων σε ηλικία ποιητών, της (πρωτοεμφανιζόμενης) Κωνσταντίνας Κορρυβάντη (1989) και του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (1983) (που με την τέταρτη αυτή συλλογή καθιερώνεται πλέον για τα καλά) είναι ολιγόλογα, πειθαρχημένα και έχουν συντεθεί με βάση συγκεκριμένο σχέδιο.

Ο Συφιλτζόγλου, έχοντάς μας συνηθίσει ήδη στο ιδιαίτερο χαρμάνι της ιδιοσυγκρασίας του, σκηνοθετεί εδώ 26 σύντομα κομμάτια όπου πρωταγωνιστούν γνωστά ονόματα ποιητών, φιλοσόφων, ζωγράφων, μυθιστοριογράφων. Τα ποιήματα θυμίζουν ταινίες μικρού μήκους, καθώς αποτελούνται από ελάχιστα, καμιά φορά ένα μονάχα, «καρέ». Τι κάνουν στα ταινιάκια-ποιήματα οι πρωταγωνιστές; Ο,τι θέλει ο ποιητής! Τον βλέπουμε να παίζει με αυτά όπως ένα ευφάνταστο, εφευρετικό παιδί με τα κουμπιά και τα βότσαλα. Ο Συφιλτζόγλου μοιάζει να διαθέτει το παλιό, πλυμένο βαζάκι μαρμελάδας, μέσα στο οποίο συγκεντρώνει τη συλλογή του από ονόματα, ατάκτως ερριμμένα. Κοιτάξτε (είναι σαν να μας λέει) τι μπορώ τώρα εγώ να κάνω με αυτά τα ονόματα, που είναι πια στη διάθεσή μου μιας και πέρασαν στη σφαίρα του μύθου, ορφανεμένα από σώματα και από κείμενα. Με την ελάχιστη διαθέσιμη αύρα που απομένει να τα τυλίγει, τα ονόματα στήνονται, λοιπόν, σε νέους ρόλους.

Ο δεκάχρονος Κάφκα στο Μέσα Συναγώι των Ιωαννίνων παίζει επικίνδυνα με τον σουγιά του, ενώ στη σελίδα-οθόνη εμείς βλέπουμε αυτά και άλλα ακόμη, αν το θελήσουμε. Το Μέσα Συναγώι, κλεισμένο μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων, βλέπε και Κάστρο (=Πύργος του Κάφκα) της Πράγας αλλά και Γιωσέφ Ελιγιά, και καφκική θανάτωση του πατέρα και λίμνη των Ιωαννίνων ως διαχρονικός τόπος θανάτωσης και πένθους.

Αυτά, δεν λέγονται ρητά: τα προκαλεί, ακριβώς, η επιτυχημένη πύκνωση.

Σε άλλα ποιήματα-ταινιάκια τα ονόματα ζευγαρώνουν με τρόπο μάλλον προφανή (Κόνραντ-Ζέμπαλντ), σε άλλα μένουν εντελώς μόνα («υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο/ με το όνομα “Λακάν”»). Στο αγαπημένο μου, πρωταγωνιστεί αναπάντεχο ζεύγος: «ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη, αυτή ποτίζει τις ρυτίδες του, αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν. απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι. καπνίζουν αμίλητοι. ένα ποτάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά. κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους χαστουκίζει, σπάνε σαν ξερόκλαδα – ο ένας πάνω στον άλλο»!

Αν, τώρα, στον Συφιλτζόγλου πρωταγωνιστούν οι ποιητές (και όσοι άλλοι επώνυμοι δανείζονται την ποιητική αύρα) χάρη, ακριβώς, σε κάποιον προϋπάρχοντα μύθο, στο βιβλίο της Κορρυβάντη οι πρωταγωνιστικές φιγούρες, όλες σχεδόν γυναίκες (εκτός από τον ακροτελεύτιο Τρίτωνα) προέρχονται κατευθείαν από την (ελληνική) μυθολογία. Τα σύντομα ποιήματα σχολιάζουν γυναικεία μυθολογικά αρχέτυπα, επινοούν λοξές εκδοχές δράσης και ερμηνείας, σκάβουν βαθύτερα στις γνώριμες ατμόσφαιρες. Καμιά φορά, τις αναποδογυρίζουν, σαν φόδρες. Η «Πηνελόπη» της θα μάθει, όταν μεγαλώσει, «πως τους άνδρες τους ξεβράζει η θάλασσα καθώς/ κάπου, κάποια Κίρκη, Καλυψώ/ ή Κατερίνα λύνει τα μαλλιά της/ κι ένας γλάρος μάς φέρνει το μαντήλι.»

Η συνειδητή, νομίζουμε, γυναικεία (και αρκετά δηλητηριώδης) ματιά της ποιήτριας είναι διακριτική αλλά επίμονη καθώς παραφράζει γνωστούς μύθους με κομψά ολιγόστιχα ποιήματα. Το νεαρό της ηλικίας της και το γεγονός ότι είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή έρχεται σε ευχάριστη σύγκρουση με τη μεγάλη οικονομία του βιβλίου της: δεν βιάζεται, δεν υποχωρεί στον πειρασμό να τα πει όλα με μιας. Ελέγχει καλά αυτό που γράφει και το αποτέλεσμα την δικαιώνει.

Η αλυσίδα των γυναικών της, άλλοτε μεμονωμένων (Αράχνη), άλλοτε σε διαδοχική αλληλουχία, όπως, π.χ., εκείνη των ερωμένων και της συζύγου του Δία (Αλκμήνη, Σεμέλη, Λητώ, Λήδα, Ηρα, Καλλιστώ) διέπεται από ένα αδιάσπαστο, πικρό νήμα αποτίμησης αλλά και από έναν ακήρυχτο πόλεμο που σιγοβράζει: «Οι γυναίκες που κοιτάζουν τ’ άστρα/γίνονται στο τέλος αστερισμοί. Πολύ πολύ μακριά από εκείνον/που πραγματικά τις αγάπησε./ Εκείνον που τώρα περιμένει/ την πτώση τους/ για να ξαναφτιάξει τη ζωή του.» («Καλλιστώ»). Τα μυθικά ονόματα είναι, συχνά, πρόδηλες συμβάσεις για να ειπωθεί μια ιστορία εντελώς διαφορετική:

«Κάθε αφοσιωμένη σύντροφος/ψάχνει έναν μικρόκοσμο/ για την αυτοθυσία της./ Κάθε αργοναύτης βρίσκει/ μία τέτοια σύζυγο» («Αλκηστις»).

Η τριγωνική σχέση (ερωμένη-σύζυγος-σύζυγος) και η άγρια, μολονότι προσεχτικά καμουφλαρισμένη, μοίρα της ερωτευμένης αλλά όχι υποταγμένης ούτε και συμβατικής γυναίκας την απασχολούν με απαραγνώριστη ένταση. Αν έπρεπε να διακρίνω επιρροές, θα ήταν οπωσδήποτε αγγλοσαξονικές και γένους θηλυκού, για παράδειγμα η ευφυής και χειραφετημένη δαφνοστεφής Βρετανίδα ποιήτρια Κάρολ Αν Ντάφι (1955).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ