ΒΙΒΛΙΟ

Ντμίτρι Σοστακόβιτς, μια δειλή και άτολμη μουσική ιδιοφυΐα

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Ο Τζούλιαν Μπαρνς τιμήθηκε με το βραβείο Booker για το βιβλίο «Ο αχός της εποχής».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

JULIAN BARNES
Ο αχός της εποχής
μτφρ.: Θωμάς Σκάσσης
εκδ. Μεταίχμιο

Τον Μάιο του 1937, ένας άντρας γύρω στα τριάντα περνάει τη νύχτα του δίπλα στον ανελκυστήρα ενός συγκροτήματος κατοικιών στο Λένινγκραντ. Αγρυπνά καπνίζοντας και έχει κοντά στα πόδια του μια μικρή βαλίτσα που περιέχει μερικά πακέτα τσιγάρα, εσώρουχα και μια σκόνη για τον καθαρισμό των δοντιών. Την αναμονή μεγεθύνει ο φόβος. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να τον καλέσουν στο Μεγάλο Σπίτι για ανάκριση, και τότε κανένας από όσους μέχρι τότε τον προστάτευαν, δεν θα μπορέσει να τον βοηθήσει. Ελάχιστοι καταφέρνουν να επιστρέψουν από το Μεγάλο Σπίτι στα χρόνια της παντοδυναμίας του Στάλιν στη Σοβιετική Ενωση.

Ετσι αρχίζει το πρώτο από τα τρία κεφάλαια του βιβλίου του Τζούλιαν Μπαρνς «Ο αχός της εποχής», που έχει κερδίσει το βραβείο Booker. Πρόκειται για τη μυθιστορηματική βιογραφία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, μια χαλαρή αναδιήγηση της ζωής του μεγάλου συνθέτη, που δίνει την αφορμή στον συγγραφέα να φτιάξει μια ιστορία πάνω στη σχέση της εξουσίας με την τέχνη, τη γενναιότητα και τη δειλία, το κουράγιο, την αδυναμία, τους συμβιβασμούς, την τελική συνθηκολόγηση. Τι σημαίνει αυτό για τη ζωή ενός ανθρώπου που ποτέ δεν θέλησε να γίνει ήρωας;

Σε παλιότερη συνέντευξή του ο Μπαρνς λέει: «Λογοτεχνία είναι ο καλύτερος τρόπος για να πει κανείς την αλήθεια. Είναι η διαδικασία του να παράγεις μεγάλα, ωραία, καλοφτιαγμένα ψέματα, που όμως περιέχουν περισσότερη αλήθεια από την οποιοδήποτε καταγραφή γεγονότων». Με αυτή την έννοια, ο συγγραφέας δεν επιδιώκει σε αυτό το μάλλον μικρής έκτασης βιβλίο να ανασυστήσει τον βίο του Σοστακόβιτς, ούτε να περιγράψει διεξοδικά το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που εκείνος έζησε (1906-1975) και καθόρισε την αντιφατική προσωπικότητά του. Μολονότι η αφήγηση ξεκινά με τη φράση «Ενα πράγμα ήξερε μόνο: Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή», που λέγεται από τον τρομοκρατημένο Σοστακόβιτς, ο οποίος γνωρίζει ότι έχει πέσει στη δυσμένεια του καθεστώτος, τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα αυτής της ταραγμένης περιόδου δεν διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη διήγηση. Πρωταγωνιστής είναι αυτός ο μικρός και άτολμος άντρας, ο μεγαλοφυής συνθέτης που υπήρξε ένα υστερικό παιδί, ένας σχολαστικός ενήλικος, ένας άνθρωπος που δηλώνει ευθύς εξαρχής την πλήρη ανεπάρκειά του να υποστηρίξει τις ηθικές του αρχές. Χρησιμοποιώντας μια εξομολογητική τριτοπρόσωπη αφήγηση και γραφή αφαιρετική και πυκνή, ο συγγραφέας δημιουργεί αλλεπάλληλες σύντομες παραγράφους πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στον κεντρικό χαρακτήρα του. Τον περικυκλώνει κλείνοντας όλες τις διόδους διαφυγής από τον εαυτό του και τη χρονική συγκυρία, έτσι ακριβώς όπως συνέβη και στην πραγματική ζωή. Το αποτέλεσμα είναι κλειστοφοβικό, και ο Μπαρνς το καταφέρνει με τη μαεστρία του ικανού συγγραφέα, που μολονότι διαθέτει τη σαφήνεια ενός δοκιμιογράφου γνωρίζει πώς να αποστάζει τον λόγο για να πετύχει τη σύνθεση στη μικρή φόρμα.

Διακρίσεις και αποκηρύξεις

Ο Σοστακόβιτς αποκηρύχτηκε δύο φορές από το σοβιετικό καθεστώς και κατά καιρούς τα έργα του απαγορεύτηκαν. Ταυτόχρονα υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός συνθέτης της γενιάς του, έλαβε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ενώ στα χρόνια της ωριμότητάς του έγινε μέλος του Κόμματος και πρόεδρος της Ενωσης Συνθετών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. «Κολυμπούσε στις τιμές σαν τη γαρίδα στη μαγιονέζα του κοκτέιλ», σχολιάζει ειρωνικά ο ίδιος μέσω του συγγραφέα σε ένα σημείο του βιβλίου. Συμφωνούσε ή διαφωνούσε με όλα αυτά που συνέβαιναν σε αυτόν και στη χώρα του; Υποχρεώθηκε από τις συνθήκες ή επέλεξε με ελεύθερη βούληση; Η Ιστορία, λέει σε άλλο σημείο, «τον αναγκάζει να στριφογυρίζει όπως το σκιουράκι στον τροχό». Το παραδέχεται, είναι δειλός. Μήπως, όμως, αν έβαζε στη μουσική του όσο κουράγιο τού απέμενε στριμώχνοντας την υποχωρητικότητα στην προσωπική του ζωή, μπορούσε να παρηγορηθεί για έλλειψη σθένους στον δημόσιο βίο; Στο κάτω κάτω, «η μουσική δεν είναι σαν τα κινέζικα αυγά.

Δεν βελτιώνεται άμα μείνει θαμμένη χρόνια και χρόνια». Μήπως συνθέτοντας, «κάνοντας τέχνη που μπορεί να ακουστεί πάνω από τον αχό της εποχής», κέρδιζε τελικά την κατανόηση της Ιστορίας;

Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, αντιφρονών του καθεστώτος μέχρι τα βαθιά του γεράματα, είχε πει: «Αυτή η τραγική ιδιοφυΐα, αυτό το αξιολύπητο ερείπιο ο Σοστακόβιτς». Με την ίδια σκληρότητα και ταυτόχρονα συμπάθεια αντιμετωπίζει ο Μπαρνς τον ήρωά του. Δεν του χαρίζεται με αντάλλαγμα τη μουσική του ιδιοφυΐα. Αντιθέτως, αναφέρει ακόμη και τις πιο ταπεινωτικές πράξεις του – τη δημόσια αποκήρυξη της δυτικής μουσικής, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν τα έργα του Στραβίνσκι και του Σένμπεργκ, τη συν-υπογραφή επιστολών κατά του Ζαχάροφ και του Σολζενίτσιν. Τον αναγκάζει έτσι να ζει βυθισμένος στην ντροπή που γεννά η σύγκρουση με τη συνείδησή του έως τα γηρατειά του. «Η ελπίδα του ήταν ότι ο θάνατος θα απελευθέρωνε τη μουσική του. Θα την απελευθέρωνε από τη ζωή του», λέει. Ο Σοστακόβιτς του Μπαρνς είναι ένα τραγικό πρόσωπο, και όσο περισσότερο συνθλίβεται από την αδυναμία του, τόσο πιο πολύ τον αγαπά ο συγγραφέας του. Η δημιουργία αυτού του αντιήρωα είναι ένα από τα δυνατότερα σημεία του μυθιστορήματος. Στη «Σημείωση του συγγραφέα», που κλείνει αντί επιλόγου το βιβλίο, δίνονται από τον Τζούλιαν Μπαρνς ορισμένες πληροφορίες για την τύχη των πραγματικών προσώπων που αναφέρονται στην ιστορία και τις διαβάζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον. Εξίσου κατατοπιστικό και χρήσιμο θα ήταν ένα χρονολόγιο με τα βασικά γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή του Σοστακόβιτς και θα συμπλήρωνε την έκδοση με φροντίδα για τον απαιτητικό αναγνώστη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ