Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Εχει κανείς κάποιο όραμα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ας επιχειρήσει κανείς να οργανώσει σε μία λογική πρόταση, έστω σε μία παράγραφο, την πρόταση της κυβέρνησης, το όραμά της, για την ελληνική κοινωνία. Αφού θα μπει στον κόπο αυτός ο ανώνυμος, καθημερινός ήρωας, ας προσπαθήσει έστω σχηματικά να ορίσει το σημείο της Ελλάδας στον διεθνή χάρτη, να διατυπώσει, με άλλα λόγια, τη γεωπολιτική, διπλωματική και ανταγωνιστική ισχύ της χώρας. Να τη βάλει σε μία προοπτική χρόνου, ως δηλωτική ενός εθνικού στόχου.

Αλλά πρωτίστως ας αναλογιστεί αυτός που θα επιχειρήσει να μας μεταφέρει με λίγες λέξεις τον στόχο που έχει θέσει αυτή η κυβέρνηση, ότι το έργο θα είναι δύσκολο. Διότι για να γραφτούν δύο έστω φράσεις που να έχουν ουσία και να βγάζουν νόημα, που να εξηγούν, δηλαδή, ότι υπάρχει ένας στόχος, μελετημένος και συντονισμένος, ασχέτως πώς θα τοποθετηθεί κανείς επ’ αυτού, προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι που λειτουργεί ως όργανο κυβερνητικού σχεδιασμού. Με την εμπειρία πλέον τόσων μηνών από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αισθάνεται κανείς εκπαιδευμένος να λύνει γρίφους. Υπάρχουν φορές που πολλοί εξ ημών, των διαφωνούντων με τις αντιλήψεις της κυβέρνησης, παρασυρμένοι από τη βροχή ακατάληπτων κυβερνητικών πρωτοβουλιών, εξάγουμε μαξιμαλιστικά συμπεράσματα περί σχεδίου σοβιετοποίησης, απαγκίστρωσης από τον ευρωπαϊκό κορμό, εσκεμμένης φτωχοποίησης και συστηματικής τροφοδοσίας με ψεύδη ως μέρος επιβολής της κυβερνητικής προπαγάνδας. Θραύσματα από όλα αυτά πράγματι ανιχνεύονται στη ρητορική και πρακτική αυτής της κυβέρνησης. Αλλά έπειτα από τη συμβίωση τόσων μηνών με αυτό το είδος πολιτικού λόγου που εκφέρεται από τους εκπροσωπούντες τη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, μπορεί κανείς με σχετική ασφάλεια να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει σχέδιο για την υπαγωγή της χώρας σε άλλη κατηγορία. Αυτό μπορεί να προκύψει ως ατύχημα. Υπάρχει όμως σειρά ασυντόνιστων και απρόβλεπτων σπασμών ιδεοληψίας. Οι τυχάρπαστες ασυναρτησίες πολλών υπουργών και βουλευτών της συγκυβέρνησης εξηγούνται εν μέρει από μια βαθύτατη και ριζωμένη καχυποψία έναντι της αστικής ζωής στην οποία αισθάνονται άβολα, ανεπιθύμητοι ίσως και αταίριαστοι. Αυτή η απόσταση από τον οργανωμένο κόσμο, με τους θεσμούς του, τις εξελισσόμενες αξίες του, την αρχιτεκτονική της διπλωματίας και τη σταθερά της ισονομίας, δημιουργεί ένα τεράστιο κενό ανεπεξέργαστων βιωμάτων. Απουσιάζει το υπόβαθρο πρόσληψης, κατανόησης και επεξεργασίας.

Οσο στενεύουν τα περιθώρια ελιγμών, η κυβέρνηση μπροστά και στον ορίζοντα της δεύτερης αξιολόγησης έχει εγκλωβιστεί σε ένα αναμάσημα κοινοτοπιών, τις οποίες κανείς δεν πιστεύει. Υπάρχουν χειροκροτητές, αλλά αυτό το είδος υπήρχε πάντα και επιζεί σε κάθε περίσταση. Επιστρατεύονται λαϊκιστικές ρητορείες από τη φαρέτρα των εφεδρειών. Οταν δηλαδή τα πράγματα στενεύουν, υπάρχει πάντα μία φοροδιαφυγή (επιλεγμένη), ένας κακός που υπονομεύει, μία (πολεμική) αποζημίωση που δεν διεκδικήθηκε από τους «άλλους». Η φαρέτρα όμως κάποτε αδειάζει και η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Και για να επιστρέψει κανείς στο αρχικό ερώτημα. Πώς ακριβώς φαντάζεται η κυβέρνηση την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας; Με φοροκλοπή, με πάταξη της ελεύθερης δημιουργικότητας, με ασυλία των δημοσίων υπαλλήλων ή μήπως με διαιώνιση μιας φθίνουσας και ασφυκτικής μετριότητας; Οσα έχουν διατυπωθεί έως τώρα, ασυνάρτητα και ασύνδετα, συγκροτούν τη συνταγή της παρακμής. Από πρόθεση λόγω εγκληματικής ανικανότητας.

Και επιμένει κανείς να θέτει το ερώτημα; Ποια Ελλάδα άραγε έχουν φανταστεί; Αλλά θεωρώ ότι είναι απλώς ρητορικό και αυτό το ερώτημα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ