ΜΟΥΣΙΚΗ

Επίκαιρη μεταγραφή του βερντιανού «Μάκβεθ»

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Οουεν Μετσιλένγκ ως Μάκβεθ και η Νομπουλούμκο Μνγκζεκίζα ως λαίδη Μάκβεθ, θριαμβευτές σε ένα θρόνο που κατέκτησαν με αίμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Μόλις πριν από ένα μήνα, με αφορμή τη διάσκεψη της Opera Europa, της κορυφαίας ευρωπαϊκής οργάνωσης υπηρεσιών για επαγγελματικούς θιάσους όπερας, αναφερόμασταν στην ανάγκη της λυρικής τέχνης να αγγίξει ανθρώπους πέρα από όσους «παραδοσιακά» ενδιαφέρονται γι’ αυτήν («Κ», 17 Ιουλίου). Να τους εμπλέξει σε όλα τα στάδια παραγωγής και να διευρύνει το φάσμα του κοινού της. Να μην αποκλείει, αλλά να απευθύνεται στην ετερότητα και να εμπλουτίζεται από αυτήν. Η παράσταση της νοτιοαφρικανικής ομάδας Third world bunfight, βασισμένη στην όπερα «Μάκβεθ» του Τζουζέπε Βέρντι, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στην αίθουσα «Τριάντη» στις 23 Ιουλίου και έκανε ακριβώς αυτό: μέσα από τη δημοφιλή όπερα του Βέρντι αναφέρθηκε στην τραγική ιστορία του Κονγκό, χώρας μακρινής και εν πολλοίς άγνωστης σε εμάς, όπου ο πόλεμος τα τελευταία 20 χρόνια έχει εξοντώσει περίπου έξι εκατομμύρια ανθρώπους.

Εξυπνη διασκευή

Τη μεταφορά της σαιξπηρικής τραγωδίας σε τελείως διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο είχε αποτολμήσει ήδη το 1957 με μεγάλη επιτυχία ο Ακίρα Κουροσάβα στον «Θρόνο του αίματος». Το συγκεκριμένο έργο του Σαίξπηρ, με πλήθος θεμάτων τα οποία λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα, ήταν και παραμένει επίκαιρο. Η δίψα ενός φιλόδοξου ανθρώπου, ο οποίος δεν διστάζει να υφαρπάξει τη νόμιμη εξουσία και να καταλύσει τους θεσμούς διαπράττοντας σειρά στυγερών εγκλημάτων εις βάρος των συντρόφων του αλλά και εις βάρος ενός ολόκληρου λαού, αποτελεί τακτικό θέμα στα δελτία ειδήσεων. Στην περίπτωση της όπερας, εκτός από το κείμενο, ο εκάστοτε σκηνοθέτης έχει στα χέρια του ένα ακόμη ισχυρότατο όπλο, τη μουσική, η οποία λειτουργεί στο συναίσθημα του θεατή αποκαλύπτοντας με άμεσο τρόπο στοιχεία για τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Επιπλέον, ο Μπρετ Μπέιλι κράτησε αυτούσιο το ιταλικό ποιητικό κείμενο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε για την όπερα του Βέρντι, αλλά επενέβη στη μετάφραση (απόδοση στα ελληνικά: Ελλη Πετράντη):

Αυτά που διάβαζε το κοινό στους υπέρτιτλους φώτιζαν όσα κρύβονταν πίσω από τις λέξεις, πίσω από την «επίσημη εκδοχή». Φανέρωναν τις πραγματικές σκέψεις των χαρακτήρων, δίχως περιστροφές.

Η μουσική διασκευάστηκε από τον Βέλγο συνθέτη Φαμπρίτσιο Κασόλ. Εκτός από ορισμένες περικοπές, κρατήθηκαν σχεδόν αυτούσια τα φωνητικά μέρη, αλλά το μέρος της ορχήστρας μεταγράφηκε πλήρως: αφενός προσαρμόστηκε στο διαθέσιμο δωδεκαμελές σύνολο, αφετέρου προστέθηκαν ήχοι (κυρίως κρουστών) και τροποποιήθηκαν ρυθμοί, δημιουργώντας «γέφυρες» με τη μουσική του Κονγκό. Από τους χαρακτήρες του έργου διατηρήθηκαν ο Μάκβεθ, η σύζυγός του, ο στρατηγός Μπάνκο, ενώ η χορωδία απέδιδε κυρίως τις μάγισσες και στο τέλος τον καταπιεσμένο λαό.

Η τροποποίηση του τέλους της όπερας αποτέλεσε τη σημαντικότερη επέμβαση στο πρωτότυπο. Ο ίδιος ο Βέρντι είχε αναθεωρήσει το τέλος όταν επανήλθε στο έργο, 18 χρόνια μετά την πρώτη γραφή. Η αρχική εκδοχή (Φλωρεντία, 1847) ολοκληρώνεται με τον θάνατο του Μάκβεθ, εστιάζοντας στην προσωπική του τραγωδία. Η δεύτερη (Παρίσι, 1865), που ολοκληρώνεται με το χορωδιακό των νικητών και την αποκατάσταση της τάξης, προβάλλει την πολιτική ουτοπία. Ο Μπέιλι επιλέγει μια τρίτη λύση: αντί για το χορωδιακό των νικητών, μεταθέτει στην κατάληξη της όπερας το χορωδιακό του λαού που υποφέρει, υπογραμμίζοντας πως η τραγική ιστορία δεν έχει τέλος. Η δίψα όσων επιζητούν πλούτο και εξουσία και είναι πρόθυμοι να εκμεταλλευτούν τους φυσικούς πόρους και τον λαό της χώρας συνεχίζει να γεννά δυστυχίες.

Θαυμάσιες ερμηνείες

Το θέαμα ξετυλίχθηκε πάνω σε μια περιορισμένων διαστάσεων υπερυψωμένη σκηνή, ένα θέατρο των εξελίξεων. Πίσω της προβάλλονταν φωτογραφίες του Σεντρίκ Ζερμπεαί από την τραγωδία του Κονγκό, τραβηγμένες τα έτη 2007-10. Αριστερά ήταν τοποθετημένη η χορωδία, δεξιά η διαβαλκανική No borders orchestra, ένα ηλεκτρικά ενισχυμένο δωδεκαμελές σύνολο υπό τη διεύθυνση του Πρέμιλ Πέτροβιτς. Τα κοστούμια, ειδικά της λαίδης Μάκβεθ, απέδωσαν γλαφυρά την αναρρίχηση του ζεύγους, όπως επίσης τη χυδαιότητα και την κακογουστιά της αισθητικής των δικτατόρων.

Φωνητικά, οι τρεις πρωταγωνιστές θα μπορούσαν άνετα να στελεχώσουν παράσταση του έργου σε οποιοδήποτε λυρικό θέατρο. Ο Οουεν Μετσιλένγκ ως Μάκβεθ τραγούδησε με γεμάτη, εκφραστική φωνή και ο Οτο Μάιντι υπήρξε ένας φωνητικά ρωμαλέος Μπάνκο. Η Νομπουλούμκο Μνγκζεκίζα εξέπληξε ως λαίδη Μάκβεθ, καθώς η δεξιοτεχνική της ευκολία και η απίστευτη άνεση σε όλη την έκταση της φωνής επέτρεψαν την εντυπωσιακή απόδοση του ρόλου, ιδιαίτερα δε της απαιτητικής τελικής σκηνής της υπνοβασίας. Ετσι, καθώς αισθάνονταν απολύτως ασφαλείς για τις φωνητικές επιδόσεις τους, οι τραγουδιστές μπορούσαν να επικεντρωθούν σε όσα ζητούσε ο σκηνοθέτης. Εξαιρετικά συντονισμένη υπήρξε η χορωδία, η οποία απέδωσε τους απόκοσμους χρησμούς των μαγισσών με αιχμηρό όσο και υποβλητικό τρόπο, προαναγγέλλοντας το μέλλον του δικτάτορα αλλά και το μέλλον της χώρας.

Συνολικά, μια εμπνευσμένη, δημιουργική μεταγραφή/διασκευή ενός δημοφιλούς λυρικού έργου, ανάλογη με αυτές οι οποίες επιχειρούνται τις τελευταίες δεκαετίες σε εξίσου γνωστά κλασικά θεατρικά έργα. Μία ανάγνωση, η οποία άφησε κατά μέρος το ιστορικό πλαίσιο, το οποίο συχνά δημιουργεί απόσταση, προκειμένου να μιλήσει για κάτι το οποίο συμβαίνει σήμερα, όχι τόσο μακριά μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ