ΒΙΒΛΙΟ

Ο Στίγκλιτζ και το αντιμνημονιακό Νομπέλ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Τζόζεφ Στίγκλιτζ: «Η δομή της Ευρωζώνης –οι κανόνες, οι ρυθμίσεις και οι θεσμοί διακυβέρνησής της– ευθύνεται για τις φτωχές επιδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και των πολλαπλών της κρίσεων».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο νέο του βιβλίο, με τίτλο «The Euro: How a Common Currency Threatens the Future of Europe» (W.W. Norton), ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ γράφει ότι «δεν χρειαζόταν βραβείο Νομπέλ» για να αντιληφθούν τα στελέχη της τρόικας ότι επέβαλαν στην Ελλάδα ένα καταστροφικό πρόγραμμα. Νομπελίστας ο ίδιος, όπως εμμέσως υπενθυμίζει στον αναγνώστη, και στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά των προγραμμάτων λιτότητας ανά τον κόσμο εδώ και δύο δεκαετίες, έγραψε το νεότερο πόνημά του με σκοπό να αναδείξει τα εγκληματικά σφάλματα των διαχειριστών της ευρωκρίσης και τα κενά στην οικοδόμηση της Ευρωζώνης.

Οποιοσδήποτε έχει παρακολουθήσει στοιχειωδώς τις εξελίξεις των τελευταίων επτά ετών, δεν μπορεί να διαφωνήσει με τη γενική διάγνωση του Στίγκλιτζ για τη διαχείριση της κρίσης: τα προγράμματα διάσωσης συμπεριλάμβαναν υπερβολικά αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή, δεν υπολόγισαν τις συνέπειες της πιστωτικής ασφυξίας που έπληξε τον ιδιωτικό τομέα στις υπερχρεωμένες χώρες και έθεσαν λάθος προτεραιότητες στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Εξίσου κοινής αποδοχής είναι και η ανάλυση του καθηγητή του Πανεπιστημίου Columbia, που έχει διατελέσει πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του προέδρου Κλίντον και επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, για τα εγγενή μειονεκτήματα της Ευρωζώνης. Οπως εξηγεί, η απώλεια νομισματικής κυριαρχίας και ελέγχου επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας που συνεπάγεται η συμμετοχή στο κοινό νόμισμα απαιτούσε «ένα φάσμα θεσμών» που θα βοηθούσε τα κράτη-μέλη στων οποίων τις ανάγκες δεν ταίριαζαν οι κοινές πολιτικές. «Η Ευρώπη απέτυχε να δημιουργήσει αυτούς τους θεσμούς», σημειώνει ο συγγραφέας – αναφέροντας ως παραδείγματα μια λειτουργική τραπεζική ένωση με πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων, φιλοαναπτυξιακούς δημοσιονομικούς κανόνες και αμοιβαιοποίηση του χρέους.

Εκεί που γίνεται πιο αμφιλεγόμενη ερμηνεία του Στίγκλιτζ είναι, κατ’ αρχάς, στον βαθμό που αποδίδει στο ίδιο το ευρώ υπαιτιότητα για τις αναταράξεις που ξεκίνησαν με την ελληνική κρίση. Ο συγγραφέας γράφει:

«Η δομή της Ευρωζώνης –οι κανόνες, οι ρυθμίσεις και οι θεσμοί διακυβέρνησής της– ευθύνεται για τις φτωχές επιδόσεις της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων και των πολλαπλών της κρίσεων».

Ωστόσο, όπως έχει δείξει πειστικά ο Μάρτιν Σάντμπου των Financial Times (στο βιβλίο του «Europe’s Orphan: The Future of the Euro and the Politics of Debt»), τα φαινόμενα υπερχρέωσης που σημειώθηκαν στις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης θα είχαν πιθανότατα συμβεί, στις συνθήκες της εποχής εκείνης, ακόμα και χωρίς το ευρώ. Επιπλέον, μετά το 2009, όπως γράφει ο Σάντμπου, «οι ηγέτες έκαναν λάθη όχι επειδή το ευρώ δεν τους επέτρεπε καμία εναλλακτική λύση, αλλά λόγω εσφαλμένων ιδεών για το τι χρειαζόταν – πάνω από όλα την ιδέα ότι μια αναδιάρθρωση του χρέους πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία».

Ο κύριος στόχος

Ο Στίγκλιτζ συμφωνεί ότι, ακόμη και εντός του πλαισίου λειτουργίας του ευρώ, θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ καλύτερη διαχείριση της κρίσης. Επιμένει δε ότι το ιδανικό αποτέλεσμα δεν είναι η διάλυση του ευρώ, αλλά η εφαρμογή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, που θα επιτρέψουν στις χώρες του Νότου να γνωρίσουν και αυτές την ευημερία.

Στην πολεμική του κατά της τρόικας και της Γερμανίας, το βιβλίο αφιερώνει πολλές σελίδες στην Ελλάδα. Ο Στίγκλιτζ επαναλαμβάνει τη δίκαιη κατηγορία για το προπατορικό αμάρτημα της ελληνικής «διάσωσης» – την άρνηση των επίσημων πιστωτών της Ελλάδας να δεχθούν την εκ των προτέρων αναδιάρθρωση του χρέους τον Μάιο του 2010. Το αποτέλεσμα ήταν ένα δημοσιονομικά δρακόντειο πρόγραμμα που σε λίγους μήνες βγήκε εκτός πορείας και προκάλεσε συντριπτική ύφεση. Θυμίζει δε ότι και τα επόμενα προγράμματα επέμειναν αμετανόητα στη σκληρή λιτότητα, με ασφυκτικά υψηλούς στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ο Αμερικανός οικονομολόγος, όμως, εστιασμένος εμμονικά στον κύριο στόχο του, τη συντηρητική-νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και τις μεγάλες τράπεζες, αφιερώνει ελάχιστο χώρο τις ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων, τόσο για τις πρακτικές που οδήγησαν στη χρεοκοπία όσο και για την αδυναμία προσαρμογής μετά το 2009. Δεν έχει τίποτε να πει για τους λόγους για τους οποίους τα προγράμματα της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας ήταν πιο επιτυχημένα από τα ελληνικά.

Σε σημεία του βιβλίου, μάλιστα, φανερώνει την άγνοιά του για βασικά σημεία της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας. Για παράδειγμα, γράφει ότι η τρόικα συνέβαλε ώστε να επανέλθει στην εξουσία ο Αντώνης Σαμαράς το 2012, υπονοώντας ότι εκείνος κυβερνούσε έως τον Οκτώβριο του 2009. Επιπλέον, συγκρίνει ευνοϊκά την ανάπτυξη στην Ελλάδα πριν υιοθετήσει το ευρώ με τις αναπτυξιακές επιδόσεις μετά το 2000, αγνοώντας ότι οι ρυθμοί αυτοί αυξήθηκαν μόνο στην τελική ευθεία προς το κοινό νόμισμα, μετά το 1995, σε συνθήκες αυστηρής δημοσιονομικής, εισοδηματικής και νομισματικής πειθαρχίας. Τα δεδομένα αυτά, φυσικά, ίσως αποκρύπτονται εσκεμμένα, καθώς υπονομεύουν τη δική του θρησκευτική πεποίθηση (κάτι για το οποίο μέμφεται συνεχώς τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού) ότι η λιτότητα είναι παντού και πάντα αντιαναπτυξιακή.

Επιπλέον, οι στενές του σχέσεις με τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Γιάνη Βαρουφάκη τον οδηγούν σε εξαιρετικά αμφιλεγόμενες ερμηνείες των εξελίξεων των τελευταίων ετών. Ο Στίγκλιτζ κατηγορεί τη Ν.Δ., αλλά όχι το ΠΑΣΟΚ, για διαπλοκή με την οικονομική ολιγαρχία. Ισχυρίζεται ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης Παπανδρέου για την ηλεκτρονική συνταγογράφηση ατόνησε μετά την παραίτησή του (στην πραγματικότητα, συνεχίστηκε επί Σαμαρά και συμπληρώθηκε από άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες για τη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής και νοσοκομειακής δαπάνης).

Παραθέτει επίσης επιδοκιμαστικά τo σχόλιο των ΑΝΕΛ για την εκλογή Μητσοτάκη, σύμφωνα με το οποίο η Ν.Δ. θα μετατρεπόταν σε «σκληρό νεοφιλελεύθερο κόμμα» που θα εξυπηρετεί μόνο τους ολιγάρχες, «χάνοντας κάθε λαϊκό έρεισμα». Και φυσικά ρίχνει όλη την ευθύνη για το φιάσκο της «υπερήφανης διαπραγμάτευσης» στη Γερμανία και την ΕΚΤ, αδιαφορώντας για τον χείμαρρο ψεύτικων υποσχέσεων, την ανερμάτιστη διαπραγματευτική τακτική και τους επικίνδυνους πειραματισμούς του ΣΥΡΙΖΑ.

Το γεγονός ότι το Νομπέλ Οικονομικών δεν αρκεί για να καλύψει τα κενά στις γνώσεις του για την Ελλάδα φανερώνεται και στο κεφάλαιο για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Επικρίνει το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, με επιχειρήματα που φανερώνουν αδιαφορία για την κατασπατάληση πόρων και δυνατοτήτων που συνεπάγεται ο κρατική ιδιοκτησία, π.χ. στον ΟΛΠ ή στα περιφερειακά αεροδρόμια.

Επιπλέον, δεν γράφει τίποτε για το πώς η τρόικα πίεσε για τη σύσταση της ανεξάρτητης Γραμματείας Εσόδων, της πιο σημαντικής διαρθρωτικής μεταρρύθμισης, έναντι των αντιστάσεων όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων.

Το Grexit ως ουτοπία

Εκεί που πραγματικά ξεφεύγει, όμως, ο Στίγκλιτζ είναι στο κεφάλαιο με τίτλο «Μπορεί να υπάρξει φιλικό διαζύγιο;», όπου εξετάζει τη δυνατότητα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Συνδυάζοντας τις φαντασιώσεις Λαφαζάνη και Βαρουφάκη, επιχειρηματολογεί ότι «παρά κάποια τραντάγματα και αβεβαιότητες» η Ελλάδα μπορεί γρήγορα να ανακάμψει εκτός ευρώ.

Μεταξύ άλλων, μας αποκαλύπτει χαρωπά, αυτό θα συμβεί δημιουργώντας το «χρηματοοικονομικό σύστημα του μέλλοντος», βασισμένο αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό χρήμα (αυτά στην Ελλάδα, που έχει παρατηρήσει σε άλλο σημείο ότι είναι «οικονομία μετρητών»).

Το πρόβλημα της παροχής τραπεζικής πίστης λύνεται ως διά μαγείας, «μέσω μιας κρατικής τράπεζας» (αυτή είναι γι’ αυτόν η προτιμητέα οδός). Επιτρέπει, ωστόσο, και τη λειτουργία ιδιωτικών πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα δανείζουν το χρήμα που θα τυπώνει η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, καταργώντας –άγνωστο πώς– τις πρακτικές του ευνοιοκρατικού δανεισμού που θεωρεί ότι στιγμάτισαν τις ιδιωτικές τράπεζες στην Ελλάδα (το ότι οι κρατικές τράπεζες ήταν μακράν οι πιο αμαρτωλές στο μέτωπο αυτό δεν μοιάζει να τον απασχολεί).

Η απουσία από αυτήν την ουτοπία προβλημάτων όπως ο υπερπληθωρισμός, η αδυναμία εισαγωγής βασικών αγαθών, η μαύρη αγορά ευρώ λόγω κατάρρευσης της ισοτιμίας του νέου νομίσματος, η πιθανή εμπλοκή του στρατού (την οποία θεωρεί απαραίτητη για τη μετάβαση ο φίλος του Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ) κ.ο.κ. λειτουργούν ως οπιοειδές ναρκωτικό: αμβλύνουν τις αισθήσεις, βυθίζουν τον αναγνώστη στη λήθη και την ευφορία.

Η ευφορία αυτή όμως, όπως μάθαμε πέρυσι το καλοκαίρι, δεν διαρκεί για πάντα. Οσο περισσότερο συντηρείται δε, τόσο πιο οδυνηρή είναι η επιστροφή στην πραγματικότητα. Βιβλία σαν του Στίγκλιτζ, παρότι έχουν πολλά να προσφέρουν στη συζήτηση για μία καλύτερη οικονομική πολιτική στην Ευρωζώνη, δυστυχώς στην Ελλάδα παρέχουν ακαδημαϊκή κάλυψη για όσους εξακολουθούν να πετούν στα σύννεφα και να αρνούνται την ανάγκη να αλλάξει ριζικά το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας.

Eυχαριστούμε τα Public και τις εκδόσεις WW Norton & Co για την αποκλειστικότητα της προδημοσίευσης αποσπασμάτων από το βιβλίο. Mπορείτε να παραγγείλετε το βιβλίο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.public.gr/product/books/english/economics/economics/the-euro/prod8091530pp/

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ