Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Από το Ρίο στο Τόκιο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΧΟΛΙΟ

Είχαν τις εξαιρετικές στιγμές τους οι Ολυμπιακοί του Ρίο, που παρέδωσε τη σκυτάλη στο Τόκιο. Αλλά είχαν και τις θλιβερές πτυχές τους. Οπως πάντα. Η κορυφαία στιγμή, επιτομή του ευ αγωνίζεσθαι, σφράγισε μια προκριματική σειρά των 5.000 μέτρων. Η Νεοζηλανδή αθλήτρια Νίκι Χάμπλιν σκόνταψε, συμπαρασύροντας την Αμερικανίδα Αμπεϊ ντ’ Αγκοστίνο. Πρώτη σηκώθηκε η Αμερικανίδα. Δεν έφυγε όμως. Αντί να επιστρέψει στο τρέξιμό της, επέλεξε να συντρέξει την πεσμένη συναναθλήτριά της, να τη βοηθήσει να συνεχίσει κι εκείνη την προσπάθειά της.

Ξανάρχισαν να τρέχουν δίπλα δίπλα, γρήγορα όμως φάνηκε πως η Ντ’ Αγκοστίνο ήταν σοβαρότερα τραυματισμένη. Σειρά τής Χάμπλιν να βοηθήσει. Και το ’κανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι δύο κοπέλες τερμάτισαν μαζί. Τελευταίες. Δηλαδή πρώτες. Οπως πρώτος τερμάτισε και ο δικός μας Σπύρος Γιαννιώτης στον θαλάσσιο μαραθώνιό του και στο άθλημα της τιμιότητας, αρνούμενος να συναινέσει στην υποβολή ένστασης από την ελληνική αποστολή. Σπουδαία η στάση και της Αμερικανίδας επικοντίστριας Σάντι Μόρις: χειροκροτούσε ρυθμικά τις συναθλήτριές της όταν ετοιμάζονταν για το άλμα τους. Χειροκρότησε και την κατεξοχήν ανταγωνίστριά της, την Κατερίνα Στεφανίδη, όταν ξεκινούσε τη δική της κρίσιμη προσπάθεια για το χρυσό. Νικήτρια η Κατερίνα. Νικήτρια και η Σάντι.

Σ’ αυτούς ως πρότυπα οφείλει να στηρίξει τις αυτοδιαφημιστικές εκστρατείες της η ΔΟΕ, ένας μικρός ΟΗΕ, και όχι αποκλειστικά στον Γιουσέιν Μπολτ, τον Μάικλ Φελπς και τους λιγοστούς υπόλοιπους υπεραθλητές. Τους ασυναγώνιστους ο κόσμος τούς θαυμάζει, τουλάχιστον ώσπου να αποκαθηλωθούν με νεότερους ελέγχους, όπως έχει συμβεί με αρκετούς (και Ελληνες). Τους αθλητές που τιμώντας τον ιδρώτα των «αντιπάλων» τους όσο και τον δικό τους θυμίζουν ότι συνολικά οι Αγώνες πρέπει να είναι τίμιοι, ο κόσμος τούς αγαπάει. Τους καμαρώνει επειδή τους νιώθει δικά του παιδιά και επειδή συνειδητοποιεί πως η μόνη «ουσία» που χρησιμοποιούν είναι η αλληλεγγύη – που τείνει και αυτή να συμπεριληφθεί στις απαγορευμένες. Και μιλώ για τον κόσμο, όπου γης, που δεν αναζητάει στις αθλητικές επιτυχίες τεκμήρια φυλετικής ή εθνικής υπεροχής και δεν πιστεύει ότι «ψυχή» έχουν μόνο οι ομοεθνείς του αθλητές.

Από τα επεισόδια που στιγμάτισαν τους Αγώνες (όπου οι συνήθως μισοάδειες εξέδρες έδειχναν πως οι Βραζιλιάνοι δεν αγκάλιασαν όλοι ένα εγχείρημα που ξεπερνούσε τα οικονομικά τους και παρέβλεπε τις καθαυτό ανάγκες τους), δύο διεκδικούν τα πρωτεία της ντροπής. Πρωταγωνιστές του ενός τέσσερις Αμερικανοί κολυμβητές, η παρέα του Ράιαν Λόχτι, οι οποίοι, για να αθωώσουν την εν γένει μέθη τους, κατήγγειλαν μια ληστεία που δεν έγινε ποτέ (όπως δεν έγιναν ποτέ και αρκετά από τα κακά που προφήτευε ο διεθνής Τύπος). Του άλλου ο Ιρλανδός «αθάνατος» που πλούτισε διοχετεύοντας εισιτήρια στη μαύρη αγορά. Δεν είναι βέβαια αυτή η πρώτη φορά που η «αθανασία» αποδεικνύεται ισότιμη της αθλιότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ