ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Στον έρωτα δεν υπάρχει σωστό και λάθος

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Τζέσε Αϊζενμπεργκ και η Κρίστεν Στιούαρτ πρωταγωνιστούν με φόντο (και) την ηλιόλουστη Καλιφόρνια στο «Cafe Society».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H αλήθεια είναι πως το τέλος του καλοκαιριού έχει τις σταθερές του: Δεκαπενταύγουστος, επιστροφή στην πόλη, νέος Γούντι Αλεν. Πιστός στο ραντεβού του, ο ακάματος Αμερικανός (στα 81 του πια) μας έρχεται και πάλι με μία από τις σήμα-κατατεθέν κομεντί του, οι οποίες, ανεξαρτήτως περιεχομένου, συγκεντρώνουν τέτοιο καιρό τον κόσμο στους κήπους των θερινών. Kαι εκείνος, βέβαια, μας σερβίρει άλλη μια ιστορία –στην ουσία όλες ίδιες είναι, τουλάχιστον μετά το «Match Point»– σχετικά με αυτό το μαγικό πράγμα που λέγεται έρωτας· αυτή τη φορά ίσως είναι και μια ιδέα πιο κυνικός από ό,τι συνήθως.

Να τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Κατ’ αρχάς βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1930. Ο Μπόμπι Ντόρφμαν (Τζέσε Αϊζενμπεργκ) είναι ένας νεαρός που ζει με την οικογένειά του στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης.

Αναζητώντας δουλειά αλλά και φιλοδοξώντας να ζήσει το χολιγουντιανό όνειρο, ο Μπόμπι θα καταφτάσει στο Λος Αντζελες, όπου ο θείος του Φιλ Στερν (Στιβ Καρέλ) είναι ένας επιτυχημένος και πλούσιος ατζέντης κινηματογραφικών σταρ. Εκεί θα γνωρίσει τη Βόνι (Κρίστεν Στιούαρτ), γραμματέα του Φιλ και –προφανώς– θα την ερωτευθεί. Το πρόβλημα είναι πως, εκτός των άλλων, η Βόνι είναι και μυστική ερωμένη του θείου του...

Ο Αλεν χτίζει εδώ ένα από τα αγαπημένα του ερωτικά τρίγωνα, προκειμένου να μας πει το απλό αλλά διαχρονικό: δεν υπάρχουν σωστά και λάθη στον έρωτα. Θείος και ανιψιός αγαπούν με πάθος τη ίδια γυναίκα και είναι έτοιμοι να κάνουν κάθε λογής τρέλες για χάρη της. Εκείνη από την πλευρά της τρέφει έντονα αισθήματα, έστω διαφορετικής υφής, και για τους δύο. Γενικώς στο «Cafe Society» τίποτα σχεδόν δεν μοιάζει κατακριτέο. Ακόμη και οι σκηνές όπου ο μαφιόζος αδερφός του Μπόμπι πυροβολεί εν ψυχρώ ή «τσιμεντώνει» κόσμο παρουσιάζονται με εξαιρετική χαλαρότητα (ε, συμβαίνουν κι αυτά) και πάντα με την ανάλογη ρομαντική μελωδία στο φόντο.

Ολα τα παραπάνω, πάντως, μπορεί να ήταν και κάπως αδιάφορα αν δεν υπήρχε ο «πιπεράτος» χολιγουντιανός αέρας στο φιλμ. Ως συνήθως, ο Αλεν είναι στις καλλιτεχνικές αναφορές του (εδώ έχουν να κάνουν κυρίως με το σινεμά και τη μουσική) ανεξάντλητος· από την Τζίντζερ Ρότζερς και τον Nτ. Γ. Γκρίφιθ μέχρι τα υπέροχα τζαζ σχήματα που βλέπουμε στα μπαρ που πηγαίνει ο Μπόμπι μετά την επιστροφή του στη Νέα Υόρκη. Λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της: όλοι αυτοί οι σταρ του κινηματογράφου που αναφέρονται στην ταινία δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνη. Σε αντίθεση με τη σημερινή υπερέκθεση στα μέσα, τους ημίθεους εκείνης της εποχής μπορούσες να τους απολαύσεις μόνο στη σκοτεινή αίθουσα. Κατά τα λοιπά, είναι δύο ακόμη τα στοιχεία που βοηθούν το «Cafe Society» να ξεχωρίσει. Αρχικά η παρουσία του κορυφαίου Βιτόριο Στοράρο («Αποκάλυψη Τώρα», «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι») ως διευθυντή φωτογραφίας, ο οποίος περιγράφει μέσα από μια αριστοτεχνική χρωματική παλέτα τόσο την εκτυφλωτική Καλιφόρνια όσο και τα εσωτερικά της Νέας Υόρκης. Το δεύτερο στοιχείο είναι οι ερμηνείες, με τον Τζέσε Αϊζενμπεργκ να παραδίδει το τελειότερο ίσως alter ego του Αλεν που έχουμε δει, ενώ τόσο η Κρίστεν Στιούαρτ όσο και ο Στιβ Καρέλ πείθουν απόλυτα για την αυθεντικότητα και το βάθος των δικών τους χαρακτήρων.

Τo βαρομετρο της εβδομαδας

Οι υπερήρωες του σύμπαντος της DC Comics μαζεύονται και ετοιμάζονται για δράση. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται ακριβώς για ήρωες. Η «Ομάδα Αυτοκτονίας», που κυκλοφορεί επίσης αυτή την εβδομάδα στα σινεμά, αποτελείται από τους πιο επικίνδυνους εγκληματίες, στρατολογημένους από την αμερικανική κυβέρνηση, προκειμένου να πολεμήσουν άλλους, ακόμη χειρότερους. Ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Αγερ («Μέρα εκπαίδευσης», «Fury») δημιουργεί εδώ ένα πολύχρωμο πυροτέχνημα δράσης, με ωραία ατμόσφαιρα, ακόμη καλύτερη μουσική, αλλά και φανερή έλλειψη σεναριακής φαντασίας. Η σανίδα σωτηρίας θα έρθει τελικά από το λαμπερό του καστ (Ουίλ Σμιθ, Τζάρεντ Λέτο, Βαϊόλα Ντέιβις μεταξύ άλλων) και συγκεκριμένα από τη σούπερ σέξι Μάργκο Ρόμπι, η οποία κλέβει την παράσταση στον ρόλο της παρανοϊκής ψυχιάτρου-φονικής λολίτας Χάρλεϊ Κουίν. Το τελικό αποτέλεσμα είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνο με το πρόγραμμα: γρήγορο, εύπεπτο και εύκολα λησμονημένο.

O «Συνήγορος υπεράσπισης» της Κόρτνι Χαντ («Frozen River») θα μπορούσε να είναι ένα δικαστικό θρίλερ με αξιώσεις. Σε αυτό, ένας δικηγόρος (Κιάνου Ριβς) αναλαμβάνει να υπερασπιστεί έναν νεαρό, ο οποίος έχει επί της ουσίας ομολογήσει τη δολοφονία του πάμπλουτου πατέρα του. Σταδιακά, ωστόσο, και όσο η δικαστική μάχη προχωρά, θα έρθουν στο φως νέα στοιχεία, για να ανατρέψουν ξανά και ξανά τις αρχικές εντυπώσεις. Το βασικό πρόβλημα της ταινίας, πέρα από την προβλεψιμότητα της πλοκής, είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της: ο Κιάνου Ριβς δεν ωριμάζει, όπως λέμε, ακριβώς ερμηνευτικά με τον χρόνο. Τουλάχιστον βλέπουμε ξανά την –φανερά αλλοιωμένη στο πρόσωπο πάντως– Ρενέ Ζελβέγκερ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ