ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Η Βενετία βρίσκεται, ξανά, σε κίνδυνο

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Πριν από 50 χρόνια, η Βενετία είχε περίπου 120.000 κατοίκους. Οι πλημμύρες και ο τουρισμός τούς μείωσαν σε 60.000 σήμερα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H UNESCO απείλησε τη Βενετία πως το όνομά της θα φιγουράρει σε λίγο καιρό στον κατάλογο με τις πλέον απειλούμενες τοποθεσίες, αν δεν καταφέρει να σταματήσει την καθημερινή έλευση από τεράστια κρουαζιερόπλοια στη λαγκούνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Μόνο που τώρα δεν είναι ο φόβος της πλημμύρας αλλά ο κατακλυσμός των 25 εκατομμυρίων τουριστών που υποδέχεται κάθε χρόνο η πόλη των δόγηδων.

Η Γαληνοτάτη «πνίγεται» από τον κόσμο. O αστικός της ιστός, η ισορροπία ανάμεσα στους κατοίκους και τους επισκέπτες, έως και το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας, όλα, έχουν διαταραχθεί από την απληστία των Βενετών που προσπαθούν να αποκομίσουν εμπορικά οφέλη από τα πάντα. Και η Βενετία έτσι κινδυνεύει να βρεθεί στη λίστα με πόλεις που βρίσκονται στην Ασία και την Αφρική, σε μια ντροπιαστική διεθνή κατάταξη που θα κάνει την Ιταλία να ξανασκεφθεί ορισμένα πράγματα.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε περίπου 50 χρόνια, η Βενετία τραβάει αυτάρεσκα το βλέμμα της παγκόσμιας κοινότητας, η οποία σπεύδει ως γκουβερνάντα της να τη σώσει.

Η Τζαν Μόρις (που έγραψε το ωραιότερο ίσως βιβλίο για την πόλη, μεταφρασμένο αριστουργηματικά από τον Αρη Μπερλή στις εκδόσεις Πάπυρος) το ομολογεί: «Η μεγάλη πλημμύρα του 1966 έστρεψε το ενδιαφέρον του κόσμου. Το ενδεχόμενο να χαθεί κάτω από το νερό, όσο μακρινό και αν ήταν, θεωρήθηκε καταστροφή σε διεθνές επίπεδο. Χρήματα και εμπειρογνώμονες συνέρρευσαν από πολλές χώρες όχι μόνον για να τη γλιτώσουν από τον πνιγμό αλλά και για να αποκαταστήσουν τα κτίρια και τους καλλιτεχνικούς της θησαυρούς».

«Τη δεκαετία του 1980 μια νέα Βενετία γεννιόταν, προστατευμένη, αγαπημένη, όχι πια απομονωμένη και αυτάρκης αλλά υιοθετημένη από όλον τον κόσμο ως ένα μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς», γράφει η Βρετανίδα συγγραφέας που αναπολεί την πρώτη εικόνα που είχε από το μέρος αυτό όταν πήγε στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την παραμέληση να είναι μέρος της γοητείας του.

Εδώ που τα λέμε, η ζωή στη Βενετία («Μια πόλη παρά φύσιν – δεν μπορείς να κάνεις βήμα χωρίς να υποχρεωθείς να μπεις σε βάρκα», εξηγούσε ο Σατωβριάνδος) είναι πολύ χειρότερη για όσους ζουν εκεί, παρά γι’ αυτούς που αποφασίζουν να περάσουν λίγες ημέρες. Ως τουρίστας θα δυσκολευτείς να βρεις μια τρατορία με ντόπιους, εκτός και αν περπατήσεις πάνω από μισή ώρα μακριά από το κέντρο. Θα αναζητείς εις μάτην φαρμακείο ή σούπερ μάρκετ, διότι οι παλιές εμπορικές επιχειρήσεις έχουν γίνει ξενοδοχεία και εστιατόρια. Και βέβαια θα πληρώνεις τα πάντα τρεις φορές επάνω από ένα λογικό τίμημα, διότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Αν είσαι κάτοικος, η μοίρα σου είναι να μετακομίσεις στο γειτονικό –άσχημο– Μέστρε, διότι δεν υπάρχουν χώροι προς ενοικίαση. Τα παλάτσι είτε έχουν αγοραστεί από πλούσιους είτε έχουν γίνει ξενώνες πολυτελείας.

Τα βαπορέτι που είναι το μέσο μαζικής μεταφοράς είναι γεμάτα από τουρίστες και πρέπει κανείς να περιμένει δύο και τρία δρομολόγια για να καταφέρει να επιβιβαστεί. Τους μήνες όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα του καρναβαλιού, ανοίγει η Μόστρα ή η Μπιενάλε, η κοσμοσυρροή είναι τέτοια, που οι ντόπιοι κυκλοφορούν μόνο πολύ πρωί ή αργά το βράδυ. Yπάρχουν και χειρότερα: κάποιοι επισκέπτες ξημεροβραδιάζονται με μπικίνι, κάνουν μπάνιο στα θολά νερά, κοιμούνται στις γέφυρες. Αν ισχύσουν οι περιορισμοί που θέλει να εφαρμόσει η UNESCO, η Βενετία θα χάσει τουριστικό εισόδημα αλλά θα «αγοράσει» το μέλλον της...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ