ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Ολα στη μουσική είναι έρωτας...

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Το Μπρονξ του τέλους της δεκαετίας του 1970, καρδιά της «μαύρης» Νέας Υόρκης, πρωταγωνιστεί στη νέα σειρά «The Get Down».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πού γεννιέται ο ρυθμός; Πώς ξεκινά η μουσική; Δημιουργούνται άραγε τα καλύτερα, τα πιο αυθεντικά τραγούδια μέσα σε φανταχτερά στούντιο ή έξω στον δρόμο και στις πίστες των υπόγειων μπαρ; Αντί άλλης απάντησης ο (πάντα μοναδικός) Μπαζ Λούρμαν («Μουλέν Ρουζ», «Ο υπέροχος Γκάτσμπι») μας συστήνει το «The Get Down», μια μουσική/χορευτική/αφηγηματική τηλεοπτική εξτραβαγκάνζα έξι –προς το παρόν τουλάχιστον– επεισοδίων, σε μια παραγωγή 120 εκατ. δολαρίων διά χειρός Netflix. Ακούγεται εντυπωσιακό και όμως, οπτικά τουλάχιστον, είναι ακόμη καλύτερο. Το Μπρονξ του τέλους της δεκαετίας του 1970, καρδιά της «μαύρης» Νέας Υόρκης, περνάει μπροστά από την κάμερα του Λούρμαν εν είδει εντυπωσιακού τρέιλερ· ταυτόχρονα παρακολουθούμε μια ιστορία ενηλικίωσης καθώς και τη γέννηση της δημοφιλέστερης, σήμερα, μουσικής σκηνής στην αμερικανική ήπειρο.

Ολα ωστόσο ξεκινούν (κι εκεί) από τον έρωτα. Μπορεί οι σημερινοί ράπερ να «τα χώνουν» για όπλα, ναρκωτικά, λεφτά και πόρνες, ο έφηβος Ζικ όμως, εκ των πρωταγωνιστών της σειράς, προσπαθεί απλώς να γράψει το τέλειο ποίημα για να κερδίσει την καρδιά της όμορφης Μαϊλίν. Οταν της το διαβάζει, μπορείς σχεδόν να δεις τον χιπ-χοπ ρυθμό έτοιμο να ξεπεταχτεί από μέσα. Η Μαϊλίν από την πλευρά της ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια της ντίσκο και να ξεφύγει από το Μπρονξ και την αυστηρή αγκαλιά του ιερέα πατέρα της.

Στο φόντο μια πόλη σε απόλυτη παρακμή. Φωτιές παντού, λερωμένοι τοίχοι, ερειπωμένα οικόπεδα, παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε (περίπου) ελεγχόμενο χάος. Επειδή όμως εδώ μιλάμε για Λούρμαν και όχι... Σκορσέζε, τα ερείπια και το χάος είναι πολύ πιο πολύχρωμα από ό,τι συνήθως. Επιπλέον ο Αυστραλός auteur, ο οποίος σκηνοθετεί ο ίδιος τα 4 από τα 6 επεισόδια της σειράς, συμπληρώνει τα κάδρα του με αυθεντικές σκηνές από ντοκουμέντα της εποχής, συνοδευμένες πάντα με το κατάλληλο σάουντρακ – συχνά το απολαυστικά εθιστικό «Vitamin C» των Can.

Μιλώντας για μουσική, που άλλωστε αποτελεί και το βασικό θέμα του σόου, αυτή μας παρουσιάζεται σε δύο κυρίως υποείδη της: την ντίσκο και το χιπ-χοπ. Για την πρώτη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες εξηγήσεις. Τέλη του ’70, φανταχτερά κοστούμια, τολμηρά φορέματα, πολλές αφάνες, πολλά χάπια και dj με τη φήμη βασιλιάδων, που καθορίζουν ποιος θα ακουστεί και ποιος όχι στα κλαμπ του Μπρονξ.

Από την άλλη, υπάρχει το χιπ-χοπ, το οποίο μπορεί σήμερα να αποτελεί μια γιγάντια βιομηχανία εκατομμυρίων δολαρίων, τότε όμως ακόμη βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο. Τόσο εμβρυακό που οι πρωταγωνιστές μας πρέπει να ψάξουν εξαντλητικά για να μπορέσουν να απομονώσουν το «the get down», τη ρυθμική επανάληψη του κομματιού δηλαδή που τους ενδιαφέρει, πετώντας όλη την υπόλοιπη «φασαρία» (φωνητικά, μελωδίες και λοιπά... άχρηστα στοιχεία).

Από αυτή την απομόνωση, ο επίδοξος dj Shaolin Fantastic δημιουργεί τον ορίτζιναλ ρυθμό του χιπ-χοπ υπό τις οδηγίες του θρυλικού Grandmaster Flash (υπαρκτό πρόσωπο), ενώ ταυτόχρονα ο «wordsmith» –ας πούμε ο τεχνίτης των λέξεων– Ζικ βομβαρδίζει το κοινό με τις ευφάνταστες ρίμες τους. Διασκεδαστική λεπτομέρεια: οι εν λόγω ρίμες απαγορευόταν (τότε) να περιέχουν μέσα βρισιές. Παρ’ όλα αυτά το «The Get Down» δεν είναι μια σειρά μόνο για τη μουσική. Χρησιμοποιώντας μια μείξη αληθινών γεγονότων - προσώπων, φανταστικού σεναρίου κι ενός σχεδόν αποκλειστικά μαύρου καστ, ο Λουρμαν και οι συνεργάτες του επιτυγχάνουν να δείξουν θραύσματα μιας κοινωνικής ιστορίας, αλληλένδετης με εκείνη της Νέας Υόρκης αλλά και της ίδιας της Αμερικής. Ο Φρανσίσκο «Πάπα Φουέρτε» Κρουζ, ένας Πορτορικανός ισχυρός άνδρας και μικρομαφιόζος της περιοχής, κάνει συμφωνία με τον –κατά τα άλλα εντελώς ανίκανο– υποψήφιο δήμαρχο Εντ Κοτς να του φέρει 20.000 ψήφους σε αντάλλαγμα για την υλοποίηση ενός φιλόδοξου οικιστικού σχεδίου αξίας 10 εκατομμυρίων δολαρίων, «για τους ανθρώπους μας», όπως λέει χαρακτηριστικά.

Από την άλλη, οι «εικαστικοί» του Μπρονξ (ανάμεσά τους, ερμηνεύοντας έναν εξαιρετικό χαρακτήρα, και ο γιος του Γουίλ Σμιθ, Τζέιντεν) φροντίζουν να διακοσμήσουν πάνω-κάτω τα πάντα με περίτεχνα γκράφιτι.

Μάλλον προφητικά ο «Πάπα Φουέρτε» λέει σε έναν αγανακτισμένο πολιτικάντη: «Φίλε, σε λίγα χρόνια, αυτός ο τοίχος μπορεί να κρέμεται στο MoMA».

To «The Get Down» θα ολοκληρώσει(;) με άλλα έξι επεισόδια την ιστορία του, κάπου μέσα στο 2017. Το χορταστικό πρώτο μέρος, πάντως, διάρκειας περίπου 9 ωρών, βλέπεται πολύ άνετα μέσα σε μια-δυο ημέρες παρακολούθησης. Το ίδιο και με το «Stranger Things» – και πάλι του Netflix, όπως και με το επικείμενο «Crisis in Six Scenes» του Γούντι Αλεν ή το προ λίγο μηνών εξαιρετικό «The Night Manager» του ΒΒC. Iσως τελικά η λογική των μίνι σειρών, με τα λίγα προσεγμένα στη λεπτομέρεια επεισόδια, να ταιριάζει περισσότερο στη σύγχρονη, αχανή για τον θεατή, τηλεοπτική πραγματικότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ