ΒΙΒΛΙΟ

Ενα πρώιμο ζόμπι στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

LEO PERUTZ
O μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας μτφρ.: Ρόζα Ιωαννίδου
επίμετρο: Hans-Harald Müller
επιμέλεια: Εμη Βαϊκούση - Γιώτα Κριτσέλη
εκδ.: Κίχλη, σελ. 278

Είναι αστυνομικό; Ή μήπως τρόμου; Και αν είναι ψυχολογικό θρίλερ; Κάποιοι μας διαβεβαιώνουν ότι ανήκει στη λογοτεχνία «του φανταστικού». Αν πρέπει –πρέπει, άραγε;– να βάλουμε οπωσδήποτε ταμπέλα στον «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας», θα προτιμούσα εκείνην του Αντόρνο: «Σημαντικό μυθιστόρημα αγωνίας». Κι ενώ οι φιλόλογοι, οι φιλόσοφοι και οι ερμηνευτές θα συνεχίσουν να ερίζουν, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό μονάχα ευγνώμον μπορεί να είναι απέναντι στην Κίχλη για τη δεύτερη αυτή, ουσιωδώς συμπληρωμένη και αναθεωρημένη έκδοση, όπου η πλαισίωση (σχόλια, επίμετρο, φωτογραφίες, λεζάντες) συμπληρώνει το έργο χορταστικά, ολοκληρώνοντας τον θρύλο και την ατμόσφαιρα.

Ηδη από τον «πρόλογο αντί επιλόγου» βυθιζόμαστε σε μιαν ατμόσφαιρα που την ανακατεύει βασανιστικά και απολαυστικά συνάμα με το κουταλάκι του ο Πέρουτς μέσα στο συγγραφικό φλιτζάνι του – λίγος Μπόρχες, λίγος Κάφκα και τίποτε από τα δύο. Μια ένοχη συνείδηση που επιχειρεί να μοιραστεί το ανείπωτο, για να ανακουφιστεί συγκαλύπτοντας.

Αυτός δεν είναι άραγε ο γενετικός κώδικας κάθε μαρτυρίας – πόσο μάλλον αν ο μάρτυρας διεκδικεί, όπως εδώ, τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το παρελθόν που, όπως σπεύδει να μας διαβεβαιώσει «παραμένει βουβό. Και απάντηση μέσα απ’ το σκοτάδι δεν θα ’ρθει ποτέ καμιά». Εχοντας, λοιπόν, εκ προοιμίου αποκλείσει κάθε πιθανότητα εξιχνίασης του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται να μας μιλήσει, ο αφηγητής δεν αφήνει ούτε στον αφελέστερο αναγνώστη το περιθώριο να μην υποψιαστεί.

Οι μπορχεσιανοί τόνοι είναι ήσσονες στον Πέρουτς. Δεν είναι το παιχνίδι της φαντασίας που τον ενδιαφέρει, αλλά η περιπέτεια της ψυχής. Μπορεί να αρέσκεται σε εντυπωσιασμούς, συμφύροντας, π.χ., φευγαλέα, τάχα, τη διάσημη αυτοκτονία του Χάινριχ φον Κλάιστ με εκείνες για τις οποίες πρόκειται να μας μιλήσει, αλλά δεν είναι αυτό το κύριο μέλημά του. Επίφαση είναι και ο εξωτισμός της παλιάς περγαμηνής, ακόμα και το υπερβολικό εύρημα της δήθεν παραισθησιογόνου ουσίας, την οποία ενοχοποιεί, εντέλει, για τις κατά συρροήν αυτοκτονίες, για να βγάλει λάδι τον εαυτό του. Η ατμόσφαιρα που υπερισχύει στους δρόμους, στα καφενεία, στις επαύλεις και στα αστικά διαμερίσματα της Βιέννης των αρχών του 20ού αιώνα έχει, άλλωστε, κάτι από Κάφκα, αλλά θα αδικούσαμε πολύ και εκείνον και τον Πέρουτς εάν τους κρίναμε συγγενέστερους από όσο πράγματι είναι. Ισως ο χαμηλός, ακριβής και κάπως ψυχρός αφηγηματικός τόνος του Πέρουτς να δικαιολογεί τέτοιες σκέψεις, η ποιότητα του έργου του όμως είναι άλλη.

Είναι η ανατομία της ρημαγμένης αν και διασωσμένης ψυχής που, ενώ υποτίθεται ότι διηγείται ψύχραιμα και με ακρίβεια, γεμίζει με την οσμή του δικού της πτώματος τα νοητά ρουθούνια του αναγνώστη. Αυτός που με τεκμήρια διασώζει την τιμή και την υπόληψή του είναι ζωντανός νεκρός. Σπάνια στη λογοτεχνία συναντάμε τόσο αποτελεσματικά συγκροτημένη τη φθαρμένη από την ανομολόγητη ενοχή προσωπικότητα: οι εφιαλτικοί χρωματικοί τόνοι που την περιβάλλουν μοιάζει να δυναμώνουν σελίδα τη σελίδα, λεπτό το λεπτό της αφήγησης, ενώ η φωνή που τεκμηριώνει, υποτίθεται, με δεδομένα την αθωότητά της γίνεται αντίστροφα ολοένα και πιο αδύναμη.

Στο τέλος, νιώθει κανείς πως ακούει (διαβάζει) έναν νεκροζώντανο: κατά τούτο ο αριστοκράτης αξιωματικός βαρώνος Φον Γιος είναι ένα πρώιμο ζόμπι, ενώ ο Πέρουτς αποδεικνύεται πολύ κοντινός στον Πόου.

Στέκομαι με επιφύλαξη απέναντι στην επιλογή να μεταφραστεί ο νεολογισμός του Πέρουτς, η λέξη που βρίσκεται στην καρδιά του μυθιστορήματος αυτού, το Drommetenrot, με τρόπο ερμηνευτικό, ως «κόκκινο χρώμα του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς».

Πρόκειται οπωσδήποτε για θεμελιωμένη επιλογή, ενώ δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς το πλούσιο υλικό που η έκδοση παρέχει στον αναγνώστη για να κρίνει και να στοχαστεί και πάνω στο ζήτημα αυτό, το οποίο, άλλωστε, η ίδια (η έκδοση) θέτει προς συζήτηση. Από ένα λογοτεχνικό εύρημα που θα πρόδιδε το νόημα, θα προτιμήσουμε σαφώς την εκδοχή αυτή η οποία είναι, εν πάση περιπτώσει, ορθή, αν και χωρίς τον χυμό και τη δόνηση του πρωτότυπου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ