Πάσχος Μανδραβέλης ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Η κρατική κατήχηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υ​​πήρχε μια εποχή που η ερώτηση «μα πού είναι το κράτος;» είχε γίνει κάτι σαν ανέκδοτο σε ολόκληρη τη χώρα. Ειδικά τις περιόδους των πλημμυρών, πολλοί αγανακτούσαν –στα πάντα πρόθυμα, να φιλοξενήσουν κραυγάζοντες, τηλεοπτικά κανάλια– για το γεγονός ότι πλημμύρισε το σπίτι τους, ενώ «η Πολιτεία απουσίαζε παντελώς». Βεβαίως, απέκρυπταν ότι το πλημμυρισμένο οίκημα ήταν χτισμένο σε κάποιο ρέμα και κρυφά από την Πολιτεία. Η επίκληση του κράτους ήταν περιοδική. Κάποιες φορές δεν το ήθελαν στα πόδια τους (όταν έχτιζαν) και κάποιες φορές ωρύονταν για την απουσία του (όταν πλημμύριζε).

Το ίδιο σκηνικό στηνόταν και με τις χιονοπτώσεις, όταν αγανακτισμένοι έδειχναν λίγα εκατοστά χιονιού έξω από την πόρτα τους και αποφαίνονταν ότι «δεν υπάρχει κράτος» για να τους το καθαρίσει.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι το κράτος, και δη το ελληνικό, αποτύγχανε (και αποτυγχάνει) σε πολύ σοβαρότερα θέματα από το να καθαρίσει τις αυλές των παραπονούμενων «χιονόπληκτων». Η κατάσταση στην Παιδεία, την Υγεία κ.ά. (ακόμη και πριν από την κρίση) το πιστοποιεί. Ετσι κι αλλιώς οι κυβερνήσεις, διαχρονικώς, έβλεπαν το κράτος ως μέσον καταπολέμησης της ανεργίας· ελάχιστες φορές επιδίωκαν παραγωγικό αποτέλεσμα. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί πολίτες αναζητούσαν με αξιοθαύμαστη επιμονή το κράτος για να κάνει όσα αμελούσαν αυτοί, π.χ. να καθαρίσουν λίγα μέτρα χιόνι μπροστά από το σπίτι τους.

Δεν απέμειναν πολλοί μετά την κρίση που να επιζητούν με τόση θέρμη το κράτος να κάνει τη δική τους δουλειά. Μόνο κάποιοι ιεράρχες της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, βασικό καθήκον των οποίων είναι η διάδοση της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας. Αυτή την παρακαταθήκη τούς άφησε ο ιδρυτής της χριστιανικής θρησκείας, ο οποίος «είπε προς αυτούς· Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν» (Μάρκ. 16:15). Η κατήχηση, ο προσηλυτισμός είναι δική τους δουλειά και όχι του κ. Νίκου Φίλη ή της Πολιτείας. Μπορούμε να καταλάβουμε τις αντιρρήσεις της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων, οι οποίοι φοβούνται πως «αν εφαρμοσθούν τα νέα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών, θα αλλάξει άρδην ο χαρακτήρας του μαθήματος στη χώρα μας, και αυτή η αλλαγή αυτόματα θα μετατρέψει το μάθημα σε μια κοινωνικο-πολιτικο-φιλοσοφικο-ψυχολογικού περιεχομένου πολυθρησκειακή φλυαρία, όπου, ενδεχομένως, ακόμη και η αναφορά στο όνομα του Χριστού να θεωρείται μη πολιτικά και διδακτικά ορθή ή, ακόμη, και μη νόμιμη, δυσκολεύοντας έτσι το έργο του διδάσκοντος και οδηγώντας τους μαθητές στη θρησκευτική σύγχυση και ουσιαστικά στην άρνηση της πίστης τους, στον μηδενισμό και στην ατομική θρησκεία». Τις θέσεις και τη βολή τους στο Δημόσιο υπερασπίζονται οι άνθρωποι, εξ ου και η αντιφατική επιχειρηματολογία τους: «Είναι εσφαλμένη, παραπλανητική και δεν έχει καμία σχέση με τη σχολική πραγματικότητα η αφοριστική διατύπωση του κ. Φίλη ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών είναι “κατηχητικό” και “ομολογιακό”. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται, κατά βάση, για ορθόδοξη χριστιανική αγωγή...».

Αλλά οι ιεράρχες τι φοβούνται; Οτι το μήνυμα του Ιησού –το οποίο, σημειωτέον, άγγιξε εκατομμύρια ανθρώπους σε πολύ δύσκολες εποχές διώξεων και σφαγών– δεν περνάει χωρίς τα δεκανίκια του κράτους; Δεν πιστεύουν στη δύναμη του Ευαγγελίου ή μήπως έχουν γίνει κανονικοί δημόσιοι υπάλληλοι, σαν αυτούς που σπρώχνουν τη δουλειά τους στον προϊστάμενο για να μην πολυσκοτίζονται οι ίδιοι;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ