Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Στο αίμα μου κρατώ κι από μια στάλα...»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κ​​άθε άλλο παρά ουδέτερο και ιστορικά αδιάφορο έτος θα θεωρούσαμε το 1912. Χρονιά Βαλκανικού πολέμου ήταν, αλλά και καιρός του Μακεδονικού Αγώνα. Καιρός δηλαδή με τα αισθήματα να εκδηλώνονται απόλυτα, ορμητικά, ανενδοίαστα. Κι όμως, αυτήν ακριβώς τη χρονιά διάλεξε ο Κωστής Παλαμάς για να δημοσιεύσει τα «Σατιρικά Γυμνάσματά» του, γραμμένα τα περισσότερα τρία έως και πέντε χρόνια πριν. Μας παρέδωσε έτσι, σαν αναμμένο κάρβουνο, τρεις στίχους, που έκτοτε είναι αδύνατον αλλά και ιστορικά ανήθικο να μην τους συνυπολογίζουμε στην αυτογνωστική προσπάθειά μας. Τους ξαναθυμίζω, θυμίζοντας επίσης ότι ο Ελληνας ποιητής είχε σαφώς επηρεαστεί από κάποια στιγμή κι έπειτα από το βιβλίο του Φρειδερίκου Νίτσε «Πέραν του αγαθού και πέραν του καλού», στο οποίο άλλωστε είχε παραπέμψει, προσδιορίζοντάς το με αυτόν τον τίτλο, σε άρθρο του στην «Ακρόπολη» το 1899: «Στο αίμα μου κρατώ κι από μια στάλα / ξένες κι οχτρές πατρίδες. / Και βουργάρα η ψυχή μου και τουρκάλα».

Η παραδοχή αυτή, από έναν νου και μια ψυχή που ανοίγουν την πόρτα τους για να υποδεχτούν την Ιστορία, είχε τεράστια σημασία και στην εποχή της, αλλά και σήμερα. Είναι ένας οδηγός στοχασμού, εθνικού στοχασμού· μια εντολή απαλλαγής από τα δόγματα που σκαρώνει η φιλαυτία. Η απάντηση στο «Τι είν’ η πατρίδα μας», τι είμαστε κι εμείς που την κατοικούμε και τη συναπαρτίζουμε, δεν μπορεί παρά να συνάπτεται με την ιστορικώς ενήμερη και πνευματικά τίμια και ακομπλεξάριστη γνωμάτευση του Παλαμά. Δεν ντρέπεται ο ποιητής να πει όσα λέει. Δεν κρύβεται και δεν κρύβει. Απλώς τολμά. Εκατό και πλέον χρόνια μετά, η περί έθνους, γένους και ελληνικότητας (αλλά και ελληνικής γλώσσας) συζήτηση ξεκινάει κάθε φορά χωρίς να βάζει στη ζυγαριά τους παλαμικούς στίχους. Σαν να μην υπήρξαν. Και δεν ξέρω αν θα βρεθεί (ή αν έχει ήδη βρεθεί) κάποιος φανατικός εθνοαιματολόγος που να αποφασίσει πως ο Κωστής Παλαμάς, ποιητής εθνικός, είναι νόθος, μισαδάκι - ένας μπάσταρδος.

Γεννιόμαστε, λοιπόν, ή γινόμαστε; Είμαστε Ελληνες (ή Ιταλοί ή Τούρκοι, οτιδήποτε) εκ γενετής και εκ φύσεως ή κατά συμβεβηκός, για να θυμηθούμε τον κρίσιμο αριστοτελικό όρο; Είμαστε Ελληνες ή ό,τι άλλο επειδή το ορίζουν τα γονίδιά μας ή από σύμπτωση, επειδή έτυχε να γεννηθούμε στη μια ή την άλλη όχθη ενός ποταμού, από τη μια ή την άλλη μεριά των συνόρων, έτσι όπως τα επέβαλαν πόλεμοι και συνθήκες, ενδεχομένως άδικες ή συμβιβαστικές, οπότε γίναμε μέτοχοι της μιας ή της άλλης παιδείας; Και τι συμβαίνει όταν οι γονιοί μας δεν μοιράζονται την ίδια εθνικότητα; Τι μετράει τότε και τι επιβάλλεται; Η αμφίβολη γονιδιακή ειμαρμένη ή η αποφασιστική βούληση; Για να μείνουμε στα ολυμπιακά, ή μάλλον στα αθλητικά εν γένει, θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε τον Σπύρο Γιαννιώτη, που η μάνα του είναι Αγγλίδα. Ή τον Εμμανουήλ Καραλή, ήδη παγκόσμιο ρέκορντμαν παίδων στο επί κοντώ, με πατέρα από τον Πύργο και μάνα από την Ουγκάντα. Ή τα αδέρφια Αντετοκούνμπο του μπάσκετ, τον Μίλαν Τζούριτς και τον Δημήτρη Φιλίπποφ του βόλεϊ, τον Ηλία Ηλιάδη του τζούντο - ο καθένας τους και μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση, όλοι τους όμως στον αστερισμό «Κατά Συμβεβηκός».

Αλλά θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε και την Ελενα Μαρούλη, από το όμορφο νησάκι του Καλάμου, ανάμεσα στην Ακαρνανία και τη Λευκάδα, χρυσή ολυμπιονίκη της πάλης, που αγωνίστηκε με τα χρώματα των Ηνωμένων Πολιτειών, ως Ελεν Λουίζ Μαρούλις, γιατί δεν χώρεσε στην ελληνική αποστολή. Και η οποία δήλωσε στο Ρίο υπερήφανη και σαν Ελληνίδα και σαν Ελληνομερικανίδα. Ευκαιρία εδώ να ξαναματαπώ ένα αμάν πια, τι έχετε πάθει, αγαπητοί ταχακαθαρολόγοι, και λέτε και γράφετε «ωραίοι σαν Ελληνες». Δεν ήξερε τάχα ελληνικά ο Νίκος Εγγονόπουλος που έγραψε στον «Μπολιβάρ» του «ωραίος σαν Ελληνας», φαρδιά πλατιά, «σαν», το ξαναμαναγράφω.

Η Μαρούλη δεν είναι η μοναδική Ελληνίδα που κατέληξε να αγωνίζεται με ξένη σημαία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αλλαξοπίστησε εθνικά (ή θρησκευτικά). Από το κατατοπιστικό ρεπορτάζ της Σπυριδούλας Σπανέα, στην «Καθημερινή», Σάββατο 6 Αυγούστου, πληροφορηθήκαμε πως ήταν δεκατρείς οι Ελληνες αθλητές που για διάφορους λόγους θα αγωνίζονταν στο Ρίο όχι σαν Ελληνες αλλά σαν Αμερικανοί, Ισπανοί, Αυστριακοί, Αυστραλοί, Βρετανοί, Καναδοί. Υπήρξαν και δύο, ο άλτης του ύψους Δημήτρης Χονδροκούκης και ο αρσιβαρίστας Αντώνης Μαρτασίδης, που αγωνίστηκαν με τη σημαία της Κύπρου. Αυτοί είναι βέβαιο ότι δεν ένιωσαν πως άλλαξαν όχθη. Οι άλλοι και οι άλλες όμως; Αυτοί που για να υποστηρίξουν τα αθλητικά όνειρά τους, με τα οποία ταυτίζεται μέχρις στιγμής ο βίος τους, υποχρεώθηκαν να πολιτογραφηθούν σε ξένη χώρα, όπως οι τρίδυμες Βολιωτοπούλες, που «αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Αυστρία, διότι, όπως υποστηρίζουν, η ομοσπονδία πραγματοποιούσε μεροληπτικές κλήσεις στην εθνική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης»; Πρόδωσαν τάχα;

«Φυσικά και πρόδωσαν», θα απαντήσουν όσοι πιστεύουν –και δεν είναι λίγοι, ούτε κυκλοφορούν αποκλειστικά στο περιθώριο– ότι στις φλέβες των Ελλήνων ρέει ο θείος ιχώρ και όχι απλό αίμα, και ότι η φυλή μας διαθέτει ένα κοκαλάκι παραπάνω για να ξεχωρίζει, επιούσια αυτή, από τις παρακατιανές. Το λένε ήδη για την Αννα Κορακάκη οι χυδαιότεροι εξ αυτών στις ανθρωποφάγες ιστοσελίδες τους και στα ελεεινά κιτρινόφυλλά τους. Είναι απίστευτος ο προπηλακισμός που υφίσταται η Δραμινή δις ολυμπιονίκης, το διαδικτυακό μπούλινγκ που ασκούν εις βάρος της τα ίδια πάνω κάτω θρασίμια που πρωτοστάτησαν στις «αποκαλύψεις» για το πλωτό υπουργικό συμβούλιο στην Αίγινα. Γιατί πρόδωσε; Επειδή τον χειμώνα αγωνίστηκε με τα χρώματα γερμανικού συλλόγου! Μάλιστα. Προδότες λοιπόν και ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος και ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, που παίζουν χρόνια τώρα σε γερμανικές ομάδες. Διπλά προδότες ο Φάνης Γκέκας και ο Κώστας Σλούκας, που διάλεξαν τουρκική ομάδα. Και τρεις φορές προδότης ο Αντώνης Φώτσης, που πήρε πρόσφατα και την τουρκική υπηκοότητα, για να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας του. Αλλά προδότης και ο μπασκετμπολίστας Ιμπραήμ Κουτλουάι που, Τούρκος αυτός, έπαιξε σε ελληνικές ομάδες, η μία εκ των οποίων μάλιστα ήταν η ΑΕΚ, που ετοιμάζει τη γηπεδική Αγιασοφιά της. Μύλος... Αν πεις τώρα ότι τα μετάλλιά της η Αννα Κορακάκη τα χρωστάει έως έναν βαθμό στην ένταξή της στον γερμανικό σύλλογο, αφού έτσι μπόρεσε να προπονηθεί επαρκώς και να δοκιμάσει τη σκοπευτική της αξία σε σοβαρούς αγώνες, θα ’ναι σαν να προσπαθείς να πιάσεις κουβέντα με τα ντουβάρια. Οσοι το έχουν προσπαθήσει, βεβαιώνουν ότι δεν γίνεται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ