Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Διαφθορά και Τύπος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​αθώς περνούσε η ώρα σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για την ηθική των επιχειρήσεων, τα μέτρα κατά της διαφθοράς και τη διαφάνεια, πρόσεξα ότι ουδείς από τους ομιλητές αναφέρθηκε στον ρόλο του Τύπου, είτε για καλό είτε για κακό. Η στρογγυλή τράπεζα την Παρασκευή ήταν μέρος του ετήσιου «Φόρουμ για τη Δημοκρατία» που διοργανώνουν στην Αθήνα οι New York Times σε συνεργασία με τα Ηνωμένα Εθνη, τον Δήμο Αθηναίων και την «Καθημερινή». Σε μιάμιση ώρα, σε συζήτηση που κανονικά θα είχε τον Τύπο στο κέντρο της, οι συμμετέχοντες από την Ευρώπη, την Αμερική, την Αφρική και την Ασία δεν έκαναν παρά μία έμμεση αναφορά στα μέσα ενημέρωσης.

Μήπως επειδή σε δημοκρατικές χώρες είναι δεδομένο ότι ο Τύπος κάνει τη δουλειά του αλλά η διαφθορά, έστω κι αν ελέγχεται έως έναν βαθμό, συνεχίζεται; ΄Η επειδή σε άλλες η ενημέρωση δεν είναι ελεύθερη, ή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαφθοράς;

Στο τέλος της συζήτησης, απαντώντας σε ερώτηση ο Yasheng Huang, καθηγητής στην παγκοσμίου φήμης Σχολή Διοίκησης Sloan στο ΜΙΤ των ΗΠΑ, σημείωσε ότι σε δημοκρατικές χώρες οι πολίτες έχουν μεγαλύτερη αντίληψη του προβλήματος της διαφθοράς, επειδή ενημερώνονται γι’ αυτό από τον Τύπο, ενώ σε αυταρχικά καθεστώτα μένουν στο σκοτάδι. Οι πολίτες των Δημοκρατιών, δηλαδή, βαθμολογούν τη χώρα τους χειρότερα απ’ ό,τι οι πολίτες που δεν γνωρίζουν τι γίνεται στη δική τους. Γι’ αυτό εξέφρασε την εκτίμηση ότι μετρήσεις διαφθοράς όπως αυτές της Διεθνούς Διαφάνειας διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα.

Η Διεθνής Διαφάνεια μετρά την εκτίμηση πολιτών για τον βαθμό διαφθοράς στη χώρα τους. Κάποτε –νεότερος– σκεπτόμουν ότι οι κακοί βαθμοί της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη ίσως οφείλονταν στο ότι όλοι μιλάμε συνεχώς για τη διαφθορά, οπότε είτε γνωρίζουμε πράγματα είτε όχι, έχουμε την αντίληψη ότι η χώρα μας είναι βαθιά διεφθαρμένη. Στην τελευταία κατάταξη, του 2015, η Ελλάδα βρισκόταν στην 58η θέση μεταξύ 168 χωρών και περιοχών – με 46 βαθμούς, ενώ η πρώτη, η Δανία, είχε 91. Μετά τόσα χρόνια βίαιης προσαρμογής της οικονομίας και της κοινωνίας, θα ελπίζαμε σε καλύτερο βαθμό, θα θέλαμε να είναι κοινή συνείδηση ότι όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι και ότι η διαφθορά είναι μια πληγή που δεν μας επιτρέπει να σταθούμε στα πόδια μας. Δυστυχώς, όμως, λίγα άλλαξαν – και λίγοι θα διαφωνούν σήμερα με την κατάταξη της Ελλάδας μεταξύ Γκάνας και Ρουμανίας.

Κάθε συζήτηση μεταξύ Ελλήνων για τη διαφθορά θέτει τον Τύπο στο κέντρο, ως μέρος του προβλήματος, της «διαπλοκής» μεταξύ επιχειρηματιών, πολιτικών και μέσων ενημέρωσης. Τη στιγμή που το κάνουμε αυτό, πάντως, ξεχνάμε ότι όποια άποψη κι αν έχουμε, την αποκτήσαμε βάσει κάποιας ενημέρωσης. Μπορούμε να πούμε ότι διαφωνούμε με κάποιο μέσο, να το κατηγορούμε για εμπλοκή (δικαίως ή αδίκως) σε κάτι που δεν μας αρέσει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι στερούμαστε ενημέρωσης. Προφανώς ενημερωνόμαστε από αλλού. Εάν η δική μας ενημέρωση είναι καλύτερη ή χειρότερη απ’ αυτήν που παρέχει το «κατηγορούμενο» μέσο είναι θέμα δικής μας ευθύνης – εμείς επιλέγουμε μέσο ενημέρωσης, όχι αυτό εμάς.

Στην Ελλάδα, πάντως, οι εκτιμήσεις δεν βασίζονται πάντα στη λογική. Για παράδειγμα, τα μέσα που κατηγορήθηκαν ότι ήταν υπέρ του «Μνημονίου», κατηγορούνται ακόμη από αυτούς που με καθυστέρηση αποδέχθηκαν νέο μνημόνιο. Τα γεγονότα, όμως, δεν μετρούν – η ρετσινιά του «μνημονιακού» είναι ισχυρότερη από τη λογική. Στην πραγματικότητα, μέσα ενημέρωσης έσφαλλαν όταν συμπορεύθηκαν με όσους αρνούνταν τη σκληρή πραγματικότητα, όταν ψάρευαν θεατές και αναγνώστες, λέγοντάς τους αυτά που ήθελαν να ακούσουν. Μέσα σε έναν κυκεώνα φόβου, οργής και απελπισίας, αρκετοί δημοσιογράφοι και κάποια μέσα συνέχισαν να παρακολουθούν τα γεγονότα με σοβαρότητα και ευθύνη, να αποκαλύπτουν κρυφές πτυχές των συμφωνιών, της πολιτικής, της οικονομίας. Μπορεί να μη συμφωνούσαν όλα μεταξύ τους, αλλά μαζί συνέβαλαν στην ενημέρωση των πολιτών, βοήθησαν να κρατηθεί η χώρα σε επαφή με την πραγματικότητα, να έχουν κάπου να πατήσουν οι σοβαροί πολιτικοί – και αυτοί που πρόσκαιρα σοβαρεύονται.

Ο,τι κι αν πει κανείς για τον Τύπο στην Ελλάδα –και πολλά απ’ αυτά θα ευσταθούν– παραμένει ελεύθερος και συμβάλλει στην ενημέρωση και στη διαμόρφωση απόψεων. Ασφαλώς θέλει βελτίωση. Σήμερα κλονίζεται, οι εργαζόμενοι σε κάθε μορφής μέσο περνούν δύσκολα, ενώ πολλοί συνάδελφοι είναι άνεργοι ή αναγκάστηκαν να αλλάξουν αντικείμενο εργασίας. Η δύναμή του είναι πάντα πειρασμός για πονηρούς που δεν αναγνωρίζουν ευθύνη. Παραμένει, όμως, στο κέντρο της δημόσιας ζωής, της δημόσιας συζήτησης. Και όσο δεν φοβάται να ελέγχει την πολιτική και οικονομική εξουσία, όσο ακούει την κοινωνία, όσο επιμένει σε δημοκρατικές αρχές και ουμανιστικές αξίες, όσο στηρίζει τη δημιουργία, όσο δεν παρασύρεται από πάθη, κοντόφθαλμα συμφέροντα και αλαζονεία θα είναι κρίσιμο στήριγμα της Ελλάδας. Σε μια πορεία δύσκολη για τον Τύπο, δύσκολη για τη χώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ