ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αναζητούν... τιμωρία για τις κατασκευαστικές εταιρείες και το καρτέλ

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ελπίζει να ανοίξει τον δρόμο για μια λύση διευθέτησης σχετικά με την εναρμονισμένη πρακτική των τεχνικών εταιρειών στα μεγάλα έργα της χώρας την τελευταία 25ετία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στον δεύτερο «γύρο», που θα ολοκληρωθεί την ερχόμενη Τρίτη, η Επιτροπή Ανταγωνισμού ελπίζει να ανοίξει τον δρόμο για μια λύση διευθέτησης σχετικά με την εναρμονισμένη πρακτική των τεχνικών εταιρειών για τα μεγάλα έργα της χώρας την τελευταία 25ετία. Ο «πρώτος» γύρος αυτής της διαδικασίας (ακρόαση της ολομέλειας), που διήρκεσε δυόμισι εβδομάδες, είχε, σύμφωνα με πηγές και από τις δύο πλευρές, πενιχρά αποτελέσματα.

Οι εκπρόσωποι των εταιρειών, που ανησυχούν για τα «συρρέοντα ποινικά αδικήματα» –κυρίως της συναυτουργίας ή της ηθικής αυτουργίας σε απιστία– επιχειρούν, κατά καλά πληροφορημένες πηγές τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, να προωθήσουν νέα διάταξη στη Βουλή με την οποία η συνδιαλλαγή σε επίπεδο ανταγωνισμού θα εξαντλεί τυχόν περιθώρια για άσκηση ποινικών διώξεων σε συμπεριφορές που κάποιος εισαγγελέας ή εισαγγελία θα μπορούσαν να κρίνουν αξιόποινη. Το εγχείρημα αυτό δεν έχει γίνει δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ, όπως αναφέρουν πληροφορίες από τις ίδιες τις τεχνικές εταιρείες, η κυβέρνηση έχει στείλει μήνυμα ότι, αν η αντιπολίτευση στηρίξει μια παρόμοια διάταξη, θα το κάνει και η κυβερνητική πλειοψηφία.

Υπενθυμίζεται ότι κατά την ψήφιση των προαπαιτουμένων τον Μάιο του 2016, η κυβέρνηση αρχικά εισήγαγε παρόμοια διάταξη την οποία, ύστερα από αντίδραση που προκλήθηκε, είχε αποσύρει για να την αντικαταστήσει με πολύ πιο «στενή» διατύπωση που δεν καλύπτει τα λεγόμενα «συρρέοντα ποινικά αδικήματα», αλλά μόνον εκείνα που προέκυπταν από την εναρμονισμένη πρακτική. Δεν είναι όμως αυτό το μοναδικό κρίσιμο ζήτημα που αναδείχθηκε από τις μέχρι τώρα ακροάσεις στην ολομέλεια της Επιτροπής.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, που έχει υιοθετήσει και μετατρέψει σε εσωτερικό δίκαιο η χώρα μας, μετά την παρέλευση τριετίας από την εκδήλωση της πρακτικής για την οποία ελέγχονται οι εταιρείες, έχουν τη δυνατότητα να ξαναπάρουν μέρος σε δημόσιους διαγωνισμούς έργων. Η εισηγήτρια θεωρεί ότι η συμπεριφορά που συνιστά παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού συνεχίζεται αδιάλειπτα από το 1994 μέχρι το 2012, κάτι, όμως, που ακόμα και από την πλευρά της ενάγουσας αρχής ομολογείται ότι δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την περίοδο των συμβάσεων παραχώρησης.

Αναφορικά με την παραγραφή, τίθεται το ερώτημα αν η εναρμονισμένη πρακτική συνιστά «αδιάσπαστη χρονικά συμπεριφορά» από την αρχή της εκδήλωσής της στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ή πρόκειται για επιμέρους περιστατικά που δεν συνδέονται μεταξύ τους, οπότε χρονικά η ισχύς τους ως προς τις διατάξεις του ανταγωνισμού δεν παράγει διοικητικά αποτελέσματα. Και σε αυτήν την περίπτωση, πάντως, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, με βάση τις διατάξεις, θα τα καταγράψει και στην περίπτωση που δεν προβλέπεται ρητά, δηλαδή με διάταξη νόμου, η εξάλειψη του αξιοποίνου των συρρεουσών πράξεων, τότε ακόμα και αν διοικητικά δεν διαδραματίζουν ρόλο, με βάση την 20ετή παραγραφή που ισχύει για αδικήματα του 1608/50, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στελέχη και μέτοχοι εταιρειών μαζί με στελέχη αναθετουσών αρχών στα δικαστήρια. Ενα δεύτερο ζήτημα είναι το ύψος του προστίμου, αν ληφθεί ως βάση ο τζίρος του 2012 και το ύψος έως 10%. Μπορεί όμως η Επιτροπή να αποφασίσει οι εμπλεκόμενες εταιρείες να καταβάλουν και μικρότερα πρόστιμα εφόσον μπουν στο καθεστώς της διευθέτησης. Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, 12 από τις 48 εμπλεκόμενες εταιρείες έχουν σηματοδοτήσει ότι θα επιθυμούσαν να ενταχθούν στο καθεστώς. Ομως η απόφαση της Ε.Α. θέτει πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την ένταξη στο καθεστώς αυτό και τα συνεπαγόμενα χαμηλότερα πρόστιμα. Στη σχετική απόφαση της Επιτροπής αναφέρεται:

Η μείωση του προστίμου δικαιολογείται ενόψει της συνεργασία της εμπλεκόμενης επιχείρησης υπό την παραπάνω έννοια. Η Επιτροπή, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, δεν διαπραγματεύεται με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις το ζήτημα της ύπαρξης της παράβασης και της επιβολής της κατάλληλης κύρωσης.

Ο δεύτερος γύρος των διαβουλεύσεων με τις τεχνικές εταιρείες έχει αυτόν ακριβώς τον στόχο, να τις διευκολύνει να «προσχωρήσουν» στη διευθέτηση, κάτι που δεν συνέβη στην αρχική φάση της διαδικασίας, καθώς νομικοί κύκλοι κοντά στην υπόθεση θεωρούν ότι είχε «αιχμαλωτισθεί από τις ερμηνείες των ποινικολόγων». Οι τελευταίοι ως παραστάτες των εταιρειών επέμειναν ότι χωρίς διάταξη για τα «συρρέοντα αδικήματα», κάθε παραδοχή ευθύνης εκ μέρους των υπευθύνων των τεχνικών εταιρειών θα οδηγούσε αναπόφευκτα χωρίς την ύπαρξη της σχετικής διάταξης στην άσκηση ποινικής δίωξης από κάποιον εισαγγελέα με βάση το «υλικό της διευθέτησης». Τα πρόστιμα χωρίς τα ελαφρυντικά της διευθέτησης μπορούν να προσεγγίσουν έως το 10% του κύκλου εργασιών της εταιρείας ή του ομίλου στον οποίο ανήκει, της χρονιάς κατά την οποία έχει καταγραφεί η παράβαση. Αυτό σημαίνει ότι μόνο για τις μεγάλες εταιρείες του κλάδου το ύψος των προστίμων στη βάση υπολογισμού του κύκλου εργασιών του 2012 μπορεί να ξεπεράσει τα 150 εκατ. ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση, θα είναι το υψηλότερο πρόστιμο που έχει ιστορικά επιβάλλει η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ