ΜΟΥΣΙΚΗ

Καλλιέργεια, γνώση, αλλά και νεανική ορμή

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Οι τέσσερις μουσικοί διέθεταν ωραίο ήχο, αλλά κυρίως αντιμετώπισαν τα έργα με όμοια συναισθηματική επένδυση ή εγκράτεια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Πολλαπλά απολαυστική υπήρξε η βραδιά μουσικής δωματίου που πραγματοποίησε στις 20 Οκτωβρίου το Κουαρτέτο Εγχόρδων της Φιλαρμονικής του Μονάχου. Η ορμή και το πάθος του νεανικού συνόλου κατευθύνθηκαν από τη γνώση και την τεχνική αρτιότητα που αναμένει κανείς από τους μουσικούς μιας κορυφαίας ορχήστρας. Ομως το στοιχείο το οποίο προσδιόρισε τις ερμηνείες στα τρία έργα του προγράμματος ήταν η απόδοση του συναισθήματος, όχι μόνο σε συνθέσεις όπως το διάσημο Κουαρτέτο αρ. 8 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, όπου αυτό είναι αναμενόμενο, αλλά και σε έργα όπως το Κουαρτέτο αρ. 12 του Μπετόβεν, όπου η ανάδειξή του δεν είναι διόλου προφανής και συνεπώς είναι πολύ πιο δύσκολη.

Η βραδιά ξεκίνησε με την «Κρυσταλλογένεση» του Βρετανού Γκρέιαμ Ουότερχαουζ (γενν. 1962). Το έργο ακούστηκε για πρώτη φορά τον φετινό Ιούλιο στο Κεμπφενχάουζεν της Βαυαρίας. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις του συνθέτη, όπως διατυπώνονται αναλυτικά στο έντυπο πρόγραμμα της παράστασης, σε πρώτη ακρόαση το αποτέλεσμα ηχούσε σαν φτιαγμένο από γνωστά και οικεία υλικά, χωρίς απαραίτητα να διακρίνεται κάποια νέα ανάγνωσή τους. Ειδικά το δεύτερο μέρος της σύνθεσης θύμιζε διαρκώς κάτι γνώριμο και παρέπεμπε σε ήχους, δομές και επεξεργασία που είχαν απασχολήσει συνθέτες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Στον βαθμό, λοιπόν, που η γραφή του έργου ήταν ριζωμένη σε ώριμα ιδιώματα του περασμένου αιώνα, η ερμηνεία δεν αδίκησε τη σύνθεση, αφού, όπως φάνηκε από τη συνέχεια, το κουαρτέτο τα κατείχε άριστα.

Το περίφημο Κουαρτέτο αρ. 8 του Σοστακόβιτς αποτελεί κατ’ εξοχήν συναισθηματική κατάθεση. Γραμμένο το 1960 δομείται γύρω από πλήθος αναφορών σε προηγούμενα έργα του συνθέτη, τα οποία προφανώς και πάνω απ’ όλα είχαν συναισθηματική αξία για τον ίδιο. Στον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του κουαρτέτου, με την πικρή και συχνά βίαιη μουσική, παραπέμπουν οι διάφορες αναφορές αλλά και το γεγονός ότι ξεκινάει με μουσικό θέμα που βασίζεται στις νότες οι οποίες αντιστοιχούν στα αρχικά του ονόματος του συνθέτη στα γερμανικά (DSCH, που αντιστοιχούν στις νότες ρε, μι ύφεση, ντο και σι). Η μελαγχολία του πρώτου μέρους εκφράστηκε με βαθύτατα συγκινητική λιτότητα, ιδιαίτερα από τον Iάσονα Κεραμίδη, πρώτο βιολί του Κουαρτέτου Εγχόρδων και από το 2013 πρώτο βιολί της Φιλαρμονικής του Μονάχου. Ανάλογα εκφραστικός υπήρξε ο Ελληνας βιολιστής και στη συνέχεια, κατά τον σύντομο εκμυστηρευτικό μονόλογο τον οποίο εμπιστεύεται ο Σοστακόβιτς στο πρώτο βιολί. Στο δεύτερο μέρος οι τέσσερις μουσικοί ανταποκρίθηκαν με νεύρο στους μηχανιστικούς ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τη γραφή του Σοστακόβιτς και απέδωσαν με ένταση την πυρετώδη διάθεση του εβραϊκού θέματος, στα όρια του παροξυσμού. Στην εκφραστική παλέτα των μουσικών προστέθηκε κατά το τρίτο μέρος η χάρη, πριν το σύνολο επιστρέψει στη βαθιά λυρική διάθεση κατά τα δύο τελικά μέρη του κουαρτέτου. Στο πρώτο από αυτά ξεχώρισε η συνεισφορά του τσελίστα Μάνουελ φον ντερ Νάμερ, ο οποίος στην ψηλή περιοχή του οργάνου απέδωσε με συγκινητικό τρόπο μια μελωδία, αναφορά σε σπαρακτική άρια από την όπερα «Λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ». Το τελευταίο μέρος, στο οποίο διακρίνεται αμυδρά και πάλι η μουσική υπογραφή του συνθέτη, ολοκληρώθηκε με το επιτυχημένο σβήσιμο της μουσικής.

Προσωπικός τόνος

Το Κουαρτέτο Εγχόρδων της Φιλαρμονικής του Μονάχου ξεχώρισε για την ισορροπία ανάμεσα στα μέλη του αλλά και για τον καλό συντονισμό τους. Οι τέσσερις μουσικοί διαθέτουν ωραίο ήχο αλλά κυρίως μοιάζει να συμφωνούν ως προς την προσέγγιση των έργων: βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος και αντιμετωπίζουν τα μουσικά κείμενα με ανάλογη συναισθηματική επένδυση ή εγκράτεια. Η κοινή αυτή γραμμή επιβεβαιώθηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, την οποία κάλυψε το εκτενές Κουαρτέτο σε μι ύφεση μείζονα, έργο 127, του Μπετόβεν, το πρώτο από τα πέντε τελευταία κουαρτέτα του συνθέτη, που γράφηκαν αμέσως μετά την Ενατη Συμφωνία του. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βιέννη το 1825, είναι δε χαρακτηριστικό της αισθητικής η οποία στα γερμανικά εδάφη έμεινε γνωστή ως εποχή Μπιντερμάγερ. Κατά την περίοδο αυτή η σημαντική ανάπτυξη της μεσαίας κοινωνικής τάξης περιέλαβε τις τέχνες, διαμορφώνοντας μια κοινή αισθητική στην οποία επικρατούσε η καθαρότητα της γραμμής, η λιτότητα και το ανεπιτήδευτο ύφος. Ακριβώς αυτά τα στοιχεία κυριάρχησαν στην απόδοση της μουσικής του Μπετόβεν από το Κουαρτέτο Εγχόρδων της Φιλαρμονικής του Μονάχου. Ομως, παρότι αυτή υπήρξε η κύρια προσέγγιση, κάθε μέρος της σύνθεσης αποκτούσε έναν πιο προσωπικό τόνο, τρυφερό, βαθιά λυρικό ή ευγενή. Ιδιαίτερα, καθεμιά από τις παραλλαγές του εκτενούς δεύτερου μέρους του Κουαρτέτου φωτίστηκε επαρκώς, ώστε να αποκτήσει το δικό της σαφώς διακριτό χρώμα, και όλες μαζί να δικαιώσουν την επιλογή του συνθέτη για το σύνθετο αυτό μέρος.

Στο τέλος της συναυλίας, ανταποκρινόμενοι στις επευφημίες του κοινού, οι μουσικοί έπαιξαν εκτός προγράμματος τον «Ηπειρώτικο» χορό του Νίκου Σκαλκώτα. Ακόμα και αν οφείλεται στον Ελληνα πρώτο βιολιστή, αξίζει να σημειωθεί αυτή η επιλογή του γερμανικού κουαρτέτου, τη ίδια στιγμή που αρκετοί Ελληνες μουσικοί εδώ και στο εξωτερικό φαίνεται να αγνοούν επιδεικτικά την ελληνική μουσική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ