Λίνα Γιάνναρου ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Μοσχοβολούν οι γειτονιές...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την Κυριακή το βράδυ, την πρώτη Κυριακή της χρονιάς που το απόγευμα έμοιαζε τόσο πολύ με βαθύ βράδυ, σχεδόν άκουγες τις κλειδωνιές. Τα εξοχικά μας, που είχαν ανοίξει τελευταία φορά να μας υποδεχτούν πριν από τη χειμερία τους νάρκη, σφραγίζονταν στην απόληξη του τριημέρου με την ευχή «και του χρόνου». Ηταν μια έντιμη πλην όμως αδέξια προσπάθεια να παρατείνουμε έστω για λίγο την αίσθηση της ανάπαυλας του καλοκαιριού, αφενός διότι, μη γελιόμαστε, έχουμε ήδη βουτήξει για τα καλά στις υποχρεώσεις του χειμώνα και αφετέρου διότι επί τριήμερο υποφέραμε από την υγρασία της θερινής κατοικίας. Στην αλλαγή της ώρας η καμπάνα σήμανε κατά σειρά: τα κεφάλια μέσα, τα καλοκαιρινά στο πατάρι και πότε επιτέλους θα ανάψουν το καλοριφέρ;

Ομως μπορείς να βγάλεις τον Ελληνα από το καλοκαίρι, όχι όμως και το καλοκαίρι από τον Ελληνα. Με την ευρεία έννοια. Ηδη, μετά τα καθιερωμένα «άκουσες για τον Πολύδωρα ε;», τις συζητήσεις μονοπωλούν τα σχέδια για τις διακοπές των Χριστουγέννων. (Ειρήσθω εν παρόδω, τα Χριστούγεννα φέτος «πέφτουν» Κυριακή.) Πάντως, ίσως κρύβεται κάτι πιο βαθύ στο συλλογικό μας αίτημα για λίγο καλοκαίρι ακόμα – που μοιάζει επικίνδυνα με το παιδικό «πέντε λεπτά ακόμα» μπροστά στην τηλεόραση πριν τον ύπνο. Ενας φίλος, αρχιτέκτονας, είχε κάνει μια ωραία επισήμανση: «Εχετε προσέξει ότι οι Ελληνες επενδύουν σε εξοχικό και όχι σε μόνιμη κατοικία; Φτιάχνουν πολυτελή σπίτια για τις διακοπές και όλο τον υπόλοιπο χρόνο μπορεί να ζουν σε δυαράκι». Είναι οι χειμώνες απλώς μια νεκρή περίοδος αναμονής αντί για την εποχή που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να «συμβαίνει» η ζωή, να αναπτύσσεται η δραστηριότητά μας, να ξεδιπλώνεται η δημιουργικότητά μας, να κερδίζουμε ή να χάνουμε, πάντως να «παίζουμε»; Είμαστε στο on hold σαν τις αρκούδες, ξυπνώντας σταδιακά με το που αρχίζει να ανοίγει ο καιρός; Και αν ναι, τι σημαίνει αυτό; Και κατά πόσο εξηγεί διάφορα εθνικά δεινά που μας συμβαίνουν; Τότε, στη συζήτηση, είχαμε καταλήξει ότι ενδεχομένως ρόλο να παίζει και η ορθόδοξη πίστη μας, η οποία εν πολλοίς χαρακτηρίζει τη ζωή ως έναν απλό προθάλαμο για τα καλύτερα που θα έρθουν για όλους στη συνέχεια. Εμείς απλώς χρειάζεται να την «υπομείνουμε». Και στο μεταξύ, να περιμένουμε το εφάπαξ και τη σύνταξη.}

Και κυλούν έτσι οι μέρες μας και οι εβδομάδες μας, στο περίμενε, φορτώνοντας σαν ημίμετρο στα Σαββατοκύριακα το χρέος της καλοπέρασής μας, όλο το βάρος της επανόρθωσης της δύσκολης μεσοβδομαδιάτικης καθημερινότητας. Το Σαββατοκύριακο θα δούμε τους φίλους μας, θα βγούμε βόλτα, θα ξεκουραστούμε, θα μαγειρέψουμε, θα πάμε σινεμά, θα περάσουμε ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά μας και με τον σύντροφό μας. Από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι, όπως λένε οι στίχοι που αντανακλαστικά σιγοτραγούδησα μέσα μου διαβάζοντας ότι ήταν σαν προχθές, την Κυριακή που το απόγευμα έμοιαζε με βράδυ, που έφυγε από τη ζωή το ’88 ο Τάσος Λειβαδίτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ