ΒΙΒΛΙΟ

Κάλβος, λαμπρός λόγιος και ποιητής

ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ

Ανδρέας Κάλβος. (Προσωπογραφία κατ’ εικασία.) Εργο του Παναγιώτη Γράββαλου. Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων. Χαρακτικό 49,0x32,3 εκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον Οκτώβριο του 1813 ο Ανδρέας Κάλβος, 21 ετών τότε, έστειλε από τη Φλωρεντία επιστολή-αίτημα στους κυβερνώντες τη Ζάκυνθο –και με σύσταση του Φόσκολο– να του χορηγήσουν υποτροφία ώστε να μπορέσει να επιδοθεί σε συστηματικές σπουδές. Η επιστολή του όχι μόνο δεν έφερε αποτέλεσμα, αλλά έμεινε και αναπάντητη. Ο Κάλβος έκτοτε συνέχισε ως ένας πτωχός, λαμπρός, αυτοδίδακτος λόγιος, αλλά και ως εκρηκτικός ποιητής. Η αξιοσύνη του ως λογίου αναγνωρίστηκε εμπράκτως και ουσιαστικώς με τη θητεία του (αν και περιπετειώδη) ως καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία όπου τον προσέλαβε ο ευεργέτης του, φιλέλληνας «αρχιεπιστάτης του εν Κερκύρα Ελληνικού Παμμουσείου», κόμης Γκίλφορντ.

Τώρα, συγκεντρωμένο το μέχρι σήμερα γνωστό έργο του Κάλβου, ιταλόγλωσσο και ελληνόγλωσσο, εκδίδεται από το –υπό την ηγεσία του Αγγελου Δεληβορριά– Μουσείο Μπενάκη χάρη στην ευγενική χορηγία του Ντίνου Νομικού. Πρόκειται για φιλόδοξο εγχείρημα υψηλού, αναλογικά, κόστους υπό την εποπτεία επιστημονικής επιτροπής που την συναπαρτίζουν οι Δημήτρης Αρβανιτάκης, Σπύρος Ασδραχάς, Νάσος Βαγενάς, Bertrand Bouvier, Ευριπίδης Γαραντούδης και Mario Vitti. Ηδη, έχει εκδοθεί η «Αλληλογραφία» του Κάλβου σε δύο τόμους από τον Αρβανιτάκη με τη συνεργασία του Λεύκιου Ζαφειρίου.

Πρόσφατα, κυκλοφόρησε ο τόμος Α΄ – μέρος πρώτο της ενότητας «Εργα» και της υποενότητας «Ποιητικά» στον οποίο περιλαμβάνονται: 1. Η ιταλόγλωσση τραγωδία «Le Danaidi» σε επιμέλεια Luigi Trenti και σε αντικριστή ελληνική μετάφραση από τον Αρβανιτάκη και την Εφη Καλλιφατίδη. 2. Το ελληνόγλωσσο ποιητικό έργο του Κάλβου χωρισμένο στην ωδή «Ελπίς πατρίδος» και στις ωδές, έτσι όπως χωρίς κεφαλαίο αρχικό και χωρίς εισαγωγικά τίτλου ονομάζει, ως σύνολο, τις είκοσι ωδές των συλλογών «Η Λύρα» και «Λυρικά» ο επιμελητής και εκδότης τους Ευριπίδης Γαραντούδης. 3. Δύο παραρτήματα με αναπαραγωγές καθαρογραμμένου αυτογράφου της «Λύρας» και άλλων τεκμηρίων. Θα ακολουθήσει το μέρος δεύτερο των «Ποιητικών» και κατόπιν οι τόμοι Β΄ και Γ΄ με το δοκιμιακό έργο του Κάλβου. Ετσι θα έχουμε στη διάθεσή μας το corpus της κάλβειας παραγωγής, όσο σ’ αυτήν δεν προστίθενται ακόμα νέα ευρήματα, των οποίων την ανίχνευση και τον εντοπισμό καθιστά στις μέρες μας σχετικά λιγότερο δυσχερή η πρόσβαση στο συνεχώς διογκούμενο ψηφιοποιημένο υλικό, βιβλία και άλλα έντυπο και έγγραφα τεκμήρια, της τεράστιας biblioteca universalis του Διαδικτύου.

«Οι Δαναΐδες»

Ο Trenti, από την αρχή ακόμα της εισαγωγής του, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την τραγωδία «Δαναΐδες» ως έργο «προικισμένο με χαρακτηριστικά τέτοια που να του επιτρέπουν να συγκριθεί, σαν πραγματικό αριστούργημα με τη συχνά μέτρια και στερεοτυπική κλασικιστική δραματική παραγωγή» της εποχής του. Επισημαίνει τη διαπίστωση του Φόσκολο ότι ο Κάλβος «κατέχει την ιταλική γλώσσα όπως ένας τοσκάνος», εξετάζει το πνευματικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον της Φλωρεντίας μέσα στο οποίο ο Κάλβος –και ως γραμματικός του Φόσκολο και με την προτροπή του– σπουδάζει σε βιβλιοθήκες και βελτιώνει την παιδεία του, ενώ υποθέτει και σχέσεις του με διακεκριμένους σκηνικούς της εποχής. Ακόμα ο Trenti υπογραμμίζει την επιλογή από τον Κάλβο της δομής των «Δαναΐδων» ως θέληση επιστροφής στο αρχαίο υπόδειγμα ενός «θεάτρου της πολιτικής κοινότητας» και στην προοπτική αυτή εντάσσει τη σημασία του Χορού και τους τρεις μόνον υποκριτές-πρόσωπα τη «θλιμμένη» και «σπλαχνική» Υπερμνήστρα, τον Λυγκέα και τον Δαναό.

Τονίζει τον αναστοχασμό του ποιητή ως προς το τραγικό υπόδειγμα κατά την επεξεργασία των «Δαναΐδων». Καταλήγοντας ο Trenti εξετάζει το τέλος της τραγωδίας ή μάλλον της Υπερμνήστρας που δεν συμβαδίζει με το δραματουργικό προηγούμενο του Οράτιου και του Οβίδιου, αλλά η τραγική κόρη σκοτώνεται από τον πατέρα της τον Δαναό ο οποίος κλείνει την τραγωδία με τους στίχους « [...] ed il mio ferro / in te… = […] Και το σπαθί μου / μέσα σου... ».

Οι ωδές

Ο Γαραντούδης μας εισάγει χωριστά στην ωδή «Ελπίς πατρίδος», που τυπώθηκε το 1819, δηλαδή δύο χρόνια πριν από την έκρηξη της Επανάστασης και ανακαλύφθηκε και παρουσιάστηκε από τον Ζαφειρίου το 2003. Υπογραμμίζει τον εισηγητικό χαρακτήρα της ωδής αυτής στον βασικό κορμό του ελληνόγλωσσου ποιητικού έργου του Κάλβου, επισημαίνοντας ότι «το ποιητικό είδος, το φορτίο ιδεών και αξιών, η γλωσσική και η μετρική μορφή του “Ελπίς πατρίδος” αποτέλεσαν τις βάσεις επάνω στις οποίες θεμελιώθηκε το ποιητικό οικοδόμημα των ωδών» που ακολούθησαν το 1824 και το 1826. Αλλά και ταυτόχρονα αναφέροντας πως όταν γράφεται η «Ελπίς πατρίδος» «ο δημιουργός της εξακολουθεί να είναι ένας ουσιαστικά Ιταλός ποιητής». Στη συνέχεια κάνει μνεία της συμβολής, εκτός του Ζαφειρίου, και των Αρβανιτάκη, Μιχαήλ Πασχάλη, Αθηνάς Γεωργαντά και Γιάννη Δάλλα στη μελέτη της ωδής και επαναλαμβάνει τις διαπιστώσεις που είχε κάνει ο ίδιος σχετικά με τη στιχουργική διαφορά της από τις μετέπειτα ωδές του Κάλβου. Βεβαίως αναφέρεται και στους από το 2003 και μετά γνωστούς στίχους στο πεδίο της δημόσιας πρόσληψης του Κάλβου «χορώ συμπεπλεγμένας, / Ελευθερίαν και Μούσας» ανάγοντάς τους στις διαφωτιστικές ιδέες του ποιητή. Ας θυμηθούμε εδώ το σύστοιχο «ελευθερία και γλώσσα» του Σολωμού.

Στην εισαγωγή του στις ωδές ο Γαραντούδης προβαίνει σε κριτική ανασκόπηση των τεσσάρων προηγουμένων εκδόσεών του που εκτιμά ως έγκυρες, δηλαδή των Γεωργίου Ζώρα, Filippo Maria Pontani, Στέφανου Διαλησμά και Γιάννη Δάλλα, καθώς και των εκδοτικών προτάσεων του Γιάννη Βάσση, οι οποίες δεν οδήγησαν τελικώς σε έκδοση, αλλά υιοθετούνται σε μεγάλο βαθμό από τον σημερινό εκδότη. Με αυτές τις προτάσεις ως αφετηρία, ο Γαραντούδης προχωρά σε ιστορικοκριτική έκδοση κατά τους όρους και τις στοχεύσεις Βάσση με δύο υποσελίδια υπομνήματα, ένα εκδοτικό και ένα ερμηνευτικό στο οποίο αξιοποιεί και τις σχετικές συμβολές των Μιχάλη Γ. Μερακλή, Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Σπύρου Καββαδία και Δάλλα και με το οποίο παρέχει πληροφορίες στον μέσο αναγνώστη. Αλλωστε δηλωμένη πρόθεσή του είναι η έκδοση «να καλύψει και τις ανάγκες διδασκαλίας των ωδών στο σύγχρονο ελληνικό εκπαιδευτικό περιβάλλον».

Σε ό,τι αφορά το εκδοτικό μέρος, ο Γαραντούδης έλαβε υπόψη του τα έξι διαδοχικά στάδια επεξεργασίας της «Λύρας» πριν και μετά την έκδοσή της, καθώς και τις αρχές της βιβλιολογίας που υπαγορεύουν όχι μόνο αυτοψία των πρώτων εκδόσεων της εποχής της χειροκίνητης τυπογραφίας, αλλά και τον συστηματικό έλεγχο όσο το δυνατόν περισσοτέρων αντιτύπων από αυτές, καθώς κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης επιφέρονται αλλαγές κάποιες φορές ουσιώδεις. Ο επιμελητής προέβη και σε τυποτεχνικές επιλογές (διαστήματα κ.ά.) που βελτιώνουν την εικόνα του ποιητικού κειμένου, όσο επιτρέπει και η παρουσία των υποσελίδιων υπομνημάτων.

Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με την αξιολόγηση των αρετών του Ελληνα ποιητή Ανδρέα Κάλβου «που έγραψε τις ωδές ως εκπρόσωπος της εθνικής κοινότητάς του, την οποία προσπαθεί να εμψυχώσει και να δοξάσει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ