ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Κάψε όλα τα χαρτιά εκτός από εκείνα για τη Ροτόντα»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Λεπτομέρεια αρχιτεκτονήματος με παγώνι, σύμβολο αναγέννησης και αιωνιότητας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκεν στη Νορβηγία, Bente Killerich, και ο επίτιμος καθηγητής της Μεσαιωνικής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Οσλο, Hjalmar Torp, σημαντικοί και οι δυο τους στον τομέα τους, με πολλές μελέτες για θέματα της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου στο βιογραφικό τους, καταπιάνονται με τη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης και τα ψηφιδωτά της. Μια εξαιρετική εργασία, που έχει τη σφραγίδα και την αισθητική των εκδόσεων Καπόν, καθρεφτίζει την αγάπη τους για το μνημείο.

Η σχέση του Hjalmar Torp με τη Ροτόντα ξεκινάει πολλά χρόνια πριν. Από την εποχή που συνεργαζόταν με τον δρα Ejnar Dyggve, Δανό αρχιτέκτονα και αρχαιολόγο, ο οποίος είχε κάνει ανασκαφές στη Θεσσαλονίκη από το 1935 έως το 1939. Αφησε όμως μια γραπτή οδηγία στη σύζυγό του λίγο προτού πεθάνει. Της ζήτησε να κάψει όλα τα χαρτιά του, εκτός από εκείνα που αφορούν τη Ροτόντα. Οπως ο ίδιος ο Torp εξιστορεί στη Ραχήλ Καπόν, όταν το 1961 έφυγε από τη ζωή ο δρ Dyggve, η σύζυγός του Ingrid πράγματι έκαψε τα έγγραφα. Τα περισσότερα αφορούσαν το μνημείο Tempietto Longobardo στη Cividale, στη Βορειοανατολική Ιταλία. Δυστυχώς, κάηκαν και πολλά έγγραφα κατά λάθος. Ανάμεσά τους ήταν σημειώσεις και παρατηρήσεις του εκλιπόντος, αλλά και σχέδια του συνεργάτη του Hjalmar Torp. Περιλαμβάνονταν και «μερικά που αφορούν την ανασκαφή μου στη χορωδία της Ροτόντας», έγραφε σε μήνυμά του ο Νορβηγός καθηγητής.

Η εκδότρια Ραχήλ Καπόν πρωτοσυνάντησε τον Hjalmar Torp όταν κυκλοφόρησε το 2012 την έκδοση «Ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης 4ος-14ος αιώνας» (βραβείο Ακαδημίας Αθηνών). Ακολούθησε μια δεύτερη συνάντηση σε ημερίδα στο Λονδίνο. Τα περασμένα Χριστούγεννα την επισκέφθηκε στο βιβλιοπωλείο της που μόλις είχε ανοίξει: «Θα ήταν τιμή μου αν εκδίδατε ένα βιβλίο μου για τη Ροτόντα», της είπε. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε επισκεφθεί το μνημείο που μελέτησε νέος.

Η 63 σελίδων καλαίσθητη έκδοση «Η ροτόντα της Θεσσαλονίκης και τα ψηφιδωτά της» κρύβει τον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση των συγγραφέων της για το μνημείο. Είναι «κατά πολύ ωραιότερα από όλα τα ψηφιδωτά της ύστερης αρχαιότητας και της πρωτοβυζαντινής περιόδου, που έχουν διατηρηθεί όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά γενικότερα σε περιοχές του τότε ρωμαϊκού κόσμου», σημειώνουν στην εισαγωγή της έκδοσης. Θυμίζουν τους σεισμούς του 1978 που τραυμάτισαν το κτίριο και τον διάκοσμό του, τις σκαλωσιές που τύλιξαν το μνημείο στη συνέχεια, τις δεκαετίες που πέρασαν με καλυμμένα μεγάλα τμήματα των τοίχων στο εσωτερικό του κτιρίου και το μεγαλύτερο μέρος των ψηφιδωτών. Οταν τον Δεκέμβριο του 2015 κατέβηκαν οι σκαλωσιές, όλα φάνηκαν σε πλήρη, πανοραμική θέα.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας σύντομος οδηγός για μια επίσκεψη στη Ροτόντα, μια παρουσίαση των μέχρι σήμερα πορισμάτων της επιστημονικής έρευνας για το κτίριο, αλλά και μια ευκαιρία να θαυμάσει ο αναγνώστης τον υψηλής αισθητικής διάκοσμο, τις εικαστικές λεπτομέρειες των ψηφιδωτών και των χρωμάτων τους. Οι ψηφοθέτες της Ροτόντας φαίνεται πως πειραματίστηκαν σε θέματα οπτικών εντυπώσεων που δημιουργούσαν οι αντιπαραθέσεις χρωμάτων. Αλλωστε είχαν διαπιστώσει ότι η γειτνίαση γαλάζιας και κόκκινης ψηφίδας βλέποντάς την από μακριά έδινε την εντύπωση ενός λαμπερού πορφυρού χρώματος. Ανάλογες τεχνικές χρωματικής ανάμειξης θα ξαναβρούμε, τον 19ο αιώνα, στα έργα των Γάλλων νεοϊμπρεσιονιστών.

Κατά τους συγγραφείς, χρειαζόταν ένας ανακτορικός χριστιανικός ναός στη Θεσσαλονίκη. Η βούληση αυτή ενδυναμώθηκε μετά τη θεραπεία του αυτοκράτορα από βαριά νόσο, την οποία απέδωσε σε θεία παρέμβαση. Από την άλλη πλευρά, αρκετά εικονογραφικά στοιχεία του ψηφιδωτού διακόσμου του ναού συνδέουν τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ισχυρό υπέρμαχο της Ορθοδοξίας, με τη μετατροπή της Ροτόντας σε χριστιανικό ναό και την εκτέλεση των λαμπρών ψηφιδωτών της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ