ΘΕΑΤΡΟ

Κ. Ασπιώτης: «Ο Αμλετ είναι τεράστιος ρόλος, απαιτεί φυσική κατάσταση αθλητή»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σχεδόν 414 χρόνια από την παλαιότερη καταγεγραμμένη παρουσίαση του «Αμλετ» (1602), το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ παραμένει από τα πιο δημοφιλή, όνειρο στην καριέρα κάθε ηθοποιού. Μια υπαρξιακή τραγωδία που προσφέρεται για πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες. Από χθες την ιστορία του Δανού πρίγκιπα Aμλετ, που σχεδιάζει να εκδικηθεί τον βασιλιά θείο του για τη δολοφονία του πατέρα του ο οποίος κατείχε τον θρόνο, ερμηνεύει στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης. Ενας από τους ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς των 30 και κάτι, ο οποίος παρουσιάζει την εκδοχή του Γιάννη Κακλέα, σε μετάφραση Διονύση Καψάλη και σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη.

Ο ήρωας της διάσημης τραγωδίας του Σαίξπηρ, που έχει συζητηθεί περισσότερο από κάθε άλλο σαιξπηρικό χαρακτήρα, στα μάτια του πρωταγωνιστή «είναι ένας άνθρωπος της δράσης και της γνώσης, με τη μεγάλη βιβλιοθήκη που έχει ρουφήξει πριν του συμβούν αυτά που γνωρίζουμε. Μέσα απ’ αυτή τη γνώση αλλά και τη συνέχεια της μελέτης του, προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που συμβαίνει, αλλά και να οπλίσει το χέρι του. Ο Αμλετ δεν είναι ένας άνθρωπος της αδράνειας», λέει ο ηθοποιός στην «Κ», όσο για τη σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, «επικεντρώθηκε στις σχέσεις και στα ανθρώπινα συναισθήματα. Εκεί στηρίζεται όλη η ουσία της δουλειάς μας. Είναι μια ποιητικά ρεαλιστική παράσταση όπου το νευρικό σύστημα είναι σε ένταση, στο κόκκινο».

Η ένταση που υπάρχει στη σκηνή δεν του επιτρέπει να αποσπαστεί σε άλλες παραγωγές και ερμηνείες. «Ο Αμλετ είναι τεράστιος ρόλος, απαιτητικός, απαιτεί φυσική κατάσταση αθλητή». Από τους ρόλους που είναι έντονοι σωματικά και ψυχικά και απαιτούν από τους ηθοποιούς σαν πέσει η αυλαία «αποφόρτιση». «Χρειάζεσαι οπωσδήποτε ηρεμία. Εγώ πια δεν μπορώ να δω κόσμο μετά την παράσταση, δεν αντέχω γιατί επί δυόμισι ώρες εξουθενώνομαι σωματικά και πνευματικά στη σκηνή που έπειτα νιώθω το νευρικό σύστημα διαλυμένο».

Σκηνοθέτης και ο ίδιος αν και δηλώνει ηθοποιός, εμπιστεύεται τον Κακλέα και το γούστο του. Εχει, όπως λέει, φαντασία. Τελευταία απόδειξη η περσινή τους επιτυχία στο «Κουρδιστό πορτοκάλι». «Στο μυαλό μου διαχωρίζω αυτές τις δύο εργασίες, την ερμηνεία από τη σκηνοθεσία. Οταν εργάζομαι ως ηθοποιός έχω το τρίτο μάτι, όμως η σκηνοθεσία δεν είναι επάγγελμά μου. Ο Κακλέας είναι επαγγελματίας σκηνοθέτης, εγώ αμείβομαι για την υποκριτική. Δεν έχω σπουδάσει σκηνοθεσία, όταν λοιπόν την αναλαμβάνω, πάω με τις δυνάμεις μου, φίλους που θέλουμε να δουλέψουμε μαζί. Το γεγονός ότι λέω το παραμύθι συνολικά, όταν συμβαίνει, είναι γιατί μου αρέσει».

Από τους ταλαντούχους της γενιάς του, ο Ασπιώτης έχει συνεργαστεί με τους: Νίκο Μαστοράκη, Σίμο Κακκάλα, Δημήτρη Μαυρίκιο, Στάθη Λιβαθινό, Λευτέρη Βογιατζή, Μιχαήλ Μαρμαρινό, Κωνσταντίνο Ρήγο, Νίκο Καραθάνο κ.ά. Πριν από λίγα χρόνια έκανε παράσταση την αγωνία των συνοδοιπόρων του για επιβίωση στον χώρο του θεάτρου. Μίλησε για όσα απασχολούν τους νέους δημιουργούς, τον τρόπο εκμετάλλευσης του χώρου που τους οδηγεί να γίνουν ημιχομπίστες, το 24ωρο επιβίωσής τους.

Τι άλλαξε από τότε έως σήμερα, στα 34 του; «Ακόμη έχω θυμό. Το γεγονός ότι μεγαλώνουμε δεν σημαίνει κάτι. Δεν μπαίνω στη μάχη των γενεών παρότι πολλοί θα έπρεπε να παραχωρήσουν την καρέκλα. Ο θυμός μου έχει να κάνει με τη στάση της πολιτείας, πώς αντιμετωπίζει τον χώρο και τους νέους που βγαίνουν κάθε τόσο. Η πολιτεία παραμένει αδιάφορη. Ομως αυτή η κατάσταση έχει κι ένα καλό. Μας κάνει να δημιουργούμε από το μείον ένα. Ισως φέρει κάτι αυτή η ατμόσφαιρα εάν αλλάξουν οι συνθήκες». Προς το παρόν δεν έχει αλλάξει κάτι. Οι περισσότεροι ηθοποιοί και σκηνοθέτες συνεχίζουν να παίζουν παράλληλα σε δύο ή τρεις παραγωγές, να σκηνοθετούν αλλού, να διασπούν τις δυνάμεις τους. «Το έκανα κι εγώ, τώρα δεν αντέχω. Εχω βέβαια την πρεμιέρα (19/11) του προγράμματος “Μεγάλη Γιορτή” της Μαρίζας Ρίζου που σκηνοθετώ στο “Passport Κεραμεικός”, αλλά μετά θα συνεχίσω μόνο με τον Αμλετ».

Η ιστορία του λάιβ είναι, όπως παρατηρεί, λίγο διαφορετική. Είναι σπονδυλωτή, έχει στιγμές, αλλά είναι κάτι άλλο ο χώρος της μουσικής. Τι του αρέσει σ’ αυτόν; «Οτι πληρώνεσαι το ίδιο βράδυ», απαντά με ευθύτητα. «Είναι βασική διαφορά από την πραγματικότητα του θεάτρου. Με γοητεύει όμως και το πώς συνδέονται οι ιστορίες στη μουσική και ο ερμηνευτής που τις λέει διαφορετικά από εμάς στο θέατρο».

Δώδεκα χρόνια από τότε που τελείωσε τη σχολή του ΚΘΒΕ, «έμαθα να είμαι πιο λιτοδίαιτος». Ο ηθοποιός σε όλη αυτή την αγωνία της επιβίωσης και ειδικά στα επτά χρόνια της κρίσης έμαθε να ζει χωρίς παύσεις που είναι απαραίτητες στη δουλειά του καλλιτέχνη.

«Τα δύο τελευταία χρόνια έχω έντονα αυτή την ανάγκη, γι’ αυτό κάνω μια-δυο παραστάσεις τη σεζόν. Οταν μπορώ, σταματάω για ένα διάστημα. Πέρυσι τα κατάφερα, κάθισα μάλιστα όλο το καλοκαίρι γιατί στο μεταξύ έκανα μια ταινία που μου απέφερε κάποια χρήματα. Αλλιώς, όπως συμβαίνει τώρα, ξενυχτάς πολύ. Δεν ισχύει μόνο στο δικό μου επάγγελμα. Στον χώρο μου όμως, η ανεργία παραμένει στο 95%, δεν είναι υπερβολή».

Από την άλλη, δεν θέλει να είναι αχάριστος. «Εχω την πολυτέλεια να κάνω και τις υπερβασούλες μου. Εφτασα στο σημείο να αμείβομαι καλύτερα από ό,τι πριν από δύο χρόνια, να έχω επιλογές. Αλλά ένας 35άρης που δεν έχει την τύχη να έχει όσα έχω αυτή τη στιγμή ή ένας 40άρης που θέλει να κάνει οικογένεια και δεν ξέρει πώς θα τη ζήσει, δεν είναι εύκολο. Είναι πολύ ωραίο επάγγελμα να δημιουργείς στη σκηνή, αλλά και πολύ δύσκολο και ανασφαλές».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ