ΚΟΣΜΟΣ

Συνεχίζεται ο ανένδοτος Τραμπ κατά ΜΜΕ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Οι New York Times εδώ και καιρό βρίσκονται στο στόχαστρο του Ντόναλντ Tραμπ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ουάου, οι New York Times χάνουν χιλιάδες συνδρομητές εξαιτίας της κάκιστης και ιδιαίτερα ανακριβούς κάλυψης των “φαινομένων Τραμπ”», έγραφε –ιδιαίτερα ανακριβώς, συμπτωματικά– την Κυριακή στο Twitter o άνθρωπος που σε δύο μήνες θα ορκιστεί 45ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Πολλοί βιαστικά προφητεύουν ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα είναι πολύ διαφορετικός –πολύ πιο φυσιολογικός– από τον υποψήφιο. Οι ενδείξεις όμως πληθαίνουν ότι η ροπή του Νεοϋορκέζου μεγιστάνα προς τον αυταρχισμό θα είναι δύσκολο να συγκρατηθεί.

Οι New York Times, η ναυαρχίδα του προοδευτικού κατεστημένου, βρίσκεται εδώ και καιρό στο στόχαστρό του. Τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ είχε πει ότι ως πρόεδρος θα «ανοίξει» τους νόμους για τη συκοφαντική δυσφήμηση, ώστε, όταν βάλλεται από εφημερίδες όπως οι Times και η Washington Post, «να τους κάνουμε μηνύσεις και να κερδίζουμε πολλά χρήματα». Ο Ρεπουμπλικανός τότε υποψήφιος είχε απειλήσει να ακυρώσει τις διαπιστεύσεις των δημοσιογράφων των Times που κάλυπταν την εκστρατεία του, ακόμη και να κινηθεί δικαστικά κατά της εφημερίδας (μέχρι στιγμής δεν το έχει κάνει).

Ο εκνευρισμός του γίνεται εύκολα κατανοητός. Το σύνταγμα των ΗΠΑ και οι σχετικές αποφάσεις του ανωτάτου δικαστηρίου (με κορυφαία την ομόφωνη απόφαση υπέρ της εφημερίδας στην υπόθεση New York Times v. Sullivan το 1964) θωρακίζει ουσιωδώς την ελευθεροτυπία. Το κριτήριο που έχει θέσει το ανώτατο δικαστήριο είναι αυτό της «πραγματικής κακοήθειας»: ένα δημόσιο πρόσωπο που υποβάλλει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση δεν αρκεί να αποδείξει ότι το μέσο δημοσίευσε ψευδείς πληροφορίες, αλλά ότι το έκανε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς ή «με απερίσκεπτη αδιαφορία για το αν ήταν ψευδείς ή όχι». Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί πολιτικοί βρίσκονται σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση όταν προσπαθούν να φιμώσουν επικριτικές φωνές.

Μπορεί ο Τραμπ να το αλλάξει αυτό – να «ανοίξει» τους νόμους περί συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως ανατριχιαστικά το έθεσε; Σύμφωνα με τους Times, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Η κάθε πολιτεία έχει δικούς της νόμους για το ζήτημα, στους οποίους δεν μπορεί να επέμβει ο πρόεδρος και που όλοι υπόκεινται στη θαυμαστή πρώτη τροπολογία του συντάγματος και τη σχετική νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου.

Ο Τραμπ, δηλώνουν ειδικοί σε νομικά ζητήματα στoυς Times, θα μπορούσε να επιχειρήσει να επηρεάσει τη νομολογία αυτή με τους δικαστές που θα διορίσει. Τόσο όμως η συντηρητική όσο και η φιλελεύθερη πτέρυγα του ανωτάτου δικαστηρίου απαρτίζεται από υπέρμαχους της ελευθεροτυπίας. Η άλλη επιλογή του είναι να αλλάξει την ίδια την πρώτη τροπολογία – κάτι που φαντάζει ακόμη πιο απίθανο.

Επειδή όμως τελευταίως το απίθανο μετατρέπεται ταχύτατα σε αναπόφευκτο, επειδή η επιβίωση της «διακυβέρνησης των νόμων, όχι των ανθρώπων» εξαρτάται από τους ανθρώπους που υπερασπίζονται τους νόμους, το πιο ενθαρρυντικό σημάδι την Κυριακή ήταν ο χείμαρρος φωνών στο Twitter που παρότρυναν τους πάντες να γίνουν συνδρομητές των Times. Μεταξύ αυτών και ο Ντέιβιντ Φάρεντολντ της Washington Post, που αποκάλυψε σε σειρά ρεπορτάζ τις σκοτεινές και φαιδρές πτυχές της υποτιθέμενης «φιλανθρωπικής» δραστηριότητας του Τραμπ. Συστήνοντας στους ακόλουθούς του στο Twitter να γίνουν συνδρομητές του μεγάλου ανταγωνιστή, ο Φάρεντολντ έγραψε: «Κάντε το επειδή λένε την αλήθεια και επειδή ένας νεοεκλεγείς πρόεδρος τους κυνηγάει. Ή για το σταυρόλεξο».

Οπως εξηγεί στην «Κ»: «Σε μία εποχή που τόσοι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε ειδησεογραφικές “φούσκες” –που αποτελούνται από μεροληπτικές ή απατηλές πηγές πληροφόρησης– είναι ζωτικό να διαβάζει ο κόσμος πραγματικά μέσα ενημέρωσης που καλύπτουν τις ειδήσεις ακριβοδίκαια και πλήρως. Και σε μια εποχή οικονομικής αβεβαιότητας για τις εφημερίδες, είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουν ότι αξίζει να πληρώνουν για καλή ενημέρωση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ