ΘΕΑΤΡΟ

«Οπως έχτιζαν οι παλιοί τεχνίτες την ξερολιθιά»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Στον Μπέκετ μού αρέσει η αξία που έχουν οι λέξεις», λέει η Σ. Λιούλιου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το σκηνικό που έστησε στο Bios ο Αγγελος Μέντης είναι εντυπωσιακό. Πολυμήχανος, γεμάτος ιδέες πάντα, ενταφίασε ώς τη μέση τη Γουίνι –την ηρωίδα του Μπέκετ στις «Ευτυχισμένες μέρες»– σε έναν τύμβο από χιλιάδες βιβλία. Στοιβαγμένη γνώση, από εποχή που έχει παρέλθει είναι η πρώτη εντύπωση σαν το βλέπεις. Χειρωνακτική εργασία και πολλά ξενύχτια, λέει η σκηνοθέτις της παράστασης Σύλβια Λιούλιου, η οποία δεν κρύβει τη συγκίνησή της όταν μιλάει γι’ αυτό. Τον τρόπο που έχτιζε νυχθημερόν τον λόφο με βιβλία ο σκηνογράφος - ενδυματολόγος, σχετίζοντας ζωγραφικά τις ράχες τους. «Oπως χτίζουν οι παλιοί τεχνίτες την ξερολιθιά. Ηταν από τις συγκινητικότερες εμπειρίες στη ζωή μου», λέει στην «Κ».

Πάνω από 3.000 τόμοι, λεξικά, παλιές εγκυκλοπαίδειες υψώνουν τον λόφο όπου ξετυλίγεται το έργο του Μπέκετ με τη Γουίνι και τον Γουίλι, την Ολια Λαζαρίδου και τον Αγγελο Σκασίλα. «Ο Μπέκετ ζητάει έναν τύμβο, κάτι ταφικό, και η λύση του Αγγελου έχει κάτι από πένθος. Τα βιβλία και ο κόσμος τους που χάνεται. Ο πολιτισμός που στοιβάζεται. Σαν την εποχή που ζούμε, η οποία έχει μεγάλη λύπη και ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά. Ετσι νιώθω».

Η Γουίνι είναι σε ένα κόσμο που χάνεται κι όταν τη βλέπεις μέσα σ’ αυτόν τον σωρό. «Eίναι πρόσωπο που μπορεί να κινείται σε μεγάλη ελαφράδα και την ίδια στιγμή ξεσπάει από μέσα του θλίψη. Το λέει και η ίδια: “συγχώρα με Γουίλι, η θλίψη χώνεται παντού”. Από κει, μπορώ να σχετιστώ προσωπικά με τη Γουίνι με την έννοια ότι διαρκώς υπάρχουν ερεθίσματα που σε κάνουν να είσαι λυπημένος, σε βυθίζουν σε μια μελαγχολική κατάσταση από την οποία αγωνίζεσαι να ξεφύγεις ή να βρεις τρόπους να ξεγελιέσαι. Η Γουίνι αυτό κάνει. Είναι μέσα σε μια ασφυκτική συνθήκη βαρύτητας που την τραβά προς τα κάτω κι όταν βλέπεις την Ολια Λαζαρίδου μέσα σε αυτό είναι σαν να σαλπίζει ελαφράδα, σαν ένα πουλάκι που στο τέλος θα πει ένα τραγούδι αισιόδοξο».

Στο πρόσωπο της ηρωίδας του Μπέκετ η Λιούλιου βλέπει τη γενιά των γονιών της. Εξηνταπεντάρηδες και 70ρηδες που νιώθουν πως χάνουν ένα κόσμο από τα χέρια τους, παρότι –όπως λέει– η φύση της γενιάς τους είναι αγωνιστική. «Είναι στο γύρισμα μιας εποχής. Αυτό με πονάει πολύ. Τα σώματα των ανθρώπων γύρω μας αποτυπώνουν ό,τι έχει συμβεί. Ωστόσο η Γουίνι είναι ένα ποιητικό πρόσωπο. Δεν είναι χειροπιαστή. Είναι ένα πρόσωπο που κινείται με τρομερή άνεση μέσα στη γλώσσα, έχει ποιητικές αναφορές σε όλη την ιστορία της λογοτεχνίας, πρόσωπο που καταφεύγει στην ποίηση όταν στριμώχνεται».

Κάπου εκεί αναγνωρίζει τον εαυτό της. Πάντα καταφεύγει στην ποίηση βρίσκοντας παρηγοριά στα πράγματα με τον ίδιο τρόπο που η ηρωίδα του Μπέκετ έχει αγωνία να μην την εγκαταλείψουν οι λέξεις. «Οι λέξεις και τα κείμενα είναι μια περιοχή που η δόνησή της με παρηγορεί πολύ». Σ’ αυτήν τη ρευστή εποχή ακόμη περισσότερο. «Ζεις σε μια διαρκή αγωνία να τα καταφέρεις, να σταθείς, να υπάρξεις, να χτίσεις μια ζωή. Το δικό μου μαλακό στρώμα είναι η συγκίνηση που μου προσφέρουν τα κείμενα. Στον Μπέκετ μου αρέσει η αξία που έχουν μια μια οι λέξεις».

Πώς είναι όμως όταν μια νέα δημιουργός σκηνοθετεί μια καταξιωμένη πρωταγωνίστρια; «Η ενέργεια της Ολιας έχει δύναμη και πολλά νιάτα. Πολλές φορές ένιωθα ανάποδα τη σχέση. Είναι συναρπαστικός άνθρωπος. Σαν ξωτικό. Λίγοι ζουν την όψη της χαράς και της καθημερινής συγκίνησης. Είναι τελείως η Γουίνι. Οταν μου ζήτησε να δουλέψουμε σκεφτόμουν πώς μπορεί να γίνει. Ηθελα να δω πώς μπορεί να αναπτυχθεί μέσα σε ένα κείμενο. Αλλωστε η δύναμή μου είναι αυτή: να αναζητώ στα κείμενα την αλήθεια και μέσα σ’ αυτά να βρίσκω τρόπους που αναδεικνύουν τα χαρίσματα ενός ηθοποιού».

Από το 2003 επαγγελματικά στον χώρο, άλλοτε ως βοηθός σε δουλειές άλλων κι άλλοτε σκηνοθετώντας δικές της παραστάσεις («Πελεκάνος» του Στρίντμπεργκ, performance βασισμένη στην ποίηση, «Στο σπίτι περιμένοντας τη βροχή» του Ζαν Λικ Λαγκάρς, «Αέρας» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, «Αίας» του Σοφοκλή στη Μικρή Επίδαυρο κ.ά.), είναι από τις τυχερές της γενιάς της ειδικά από το 2010 και μετά. Νιώθει τυχερή για τις συναντήσεις της αλλά διστάζει να απαντήσει, αν είναι τύχη να εργάζεσαι στο θέατρο. «Απαιτεί μεγάλη αφιέρωση». Οσο για τις συνθήκες εργασίας του χώρου παραδέχεται πως τα πράγματα είναι δύσκολα. Οικονομικό μαξιλάρι δεν υπάρχει. «Ο βαθμός της καταξίωσης δημιουργεί κάποιες συνθήκες εργασίας. Εγώ είμαι σε μια μικρή χαραυγή μιας καλλιτεχνικής υπόστασης, αλλά δεν είναι εύκολο να εξασφαλίζω την παραγωγή, τις συνθήκες που εύχομαι για τους συνεργάτες μου. Γι’ αυτό δεν κάνω συχνά δικές μου δουλειές. Τη μια θα κάνω μια σκηνοθεσία, έπειτα θα εργαστώ ως βοηθός. Είναι δύσκολο, όπως όλα πια. Αν διεκδικείς, εξασφαλίζεις με κόπο μια συνθήκη όχι βέβαια με την περιοδικότητα που θα επιθυμούσα».

Οσο για τη σκηνή, δεν τη ζήλεψε. Στα 14 της, δουλεύοντας ως βοηθός στον θεατρικό όμιλο του Αρσακείου, ένιωσε ότι η σκηνοθεσία είναι ο χώρος της. «Είναι δύσκολο να είσαι ηθοποιός. Ο βαθμός της έκθεσης απαιτεί ειδική ψυχική ικανότητα». Oμως και στη σκηνοθεσία δεν νιώθεις ασφαλής. «Στη διαδικασία της κλειστής πρόβας είσαι τρομερά εκτεθειμένος».

​​Βios, Πειραιώς 84,
τηλ. 210-34.25.335.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ