ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ευρωτουρκικές σχέσεις σε κρίση

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από έντεκα χρόνια, όταν ξεκίνησαν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις Ε.Ε. - Τουρκίας, η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ ήταν εκείνη που απέρριπτε την προοπτική συμμετοχής της Αγκυρας στην Ενωση. Σήμερα ωστόσο η Μέρκελ είναι από τους λίγους εναπομείναντες συμμάχους της γειτονικής μας χώρας στη Γηραιά Ηπειρο και ίσως η μόνη ηγέτις που έχει εξαρτήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό την πολιτική της επιβίωση από την επιτυχία της συμφωνίας Τουρκίας - Ε.Ε. για το προσφυγικό. Εξαρχής οι ανθρωπιστικές οργανώσεις έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου κατά πόσον η Τουρκία μπορεί όντως να χαρακτηριστεί ασφαλής τρίτη χώρα, προκειμένου να είναι εφικτή η επαναπροώθηση μεταναστών στη χώρα.

Ειδικά μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, η αυταρχική στροφή της Αγκυρας υπό τον πρόεδρο-ωσεί σουλτάνο Ταγίπ Ερντογάν, με τις μαζικές διώξεις φιλο-Κούρδων, γκιουλενικών και συλλήβδην αντιφρονούντων, την έχει καταστήσει αποσυνάγωγη στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Τελευταίο επεισόδιο σε αυτή την κλιμακούμενη αποξένωση της Τουρκίας από την Ε.Ε., η ψηφοφορία της περασμένης Πέμπτης στην Ευρωβουλή, κατά την οποία το σώμα αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία το «πάγωμα» του διαλόγου. Μπορεί η απόφαση να μην έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, είναι όμως κίνηση υψηλού συμβολισμού.

Οξεία αντίδραση

Η αντίδραση του ίδιου του Ερντογάν ήταν οξύτατη: «Ακούστε καλά. Εάν προχωρήσετε περαιτέρω, αυτά τα σύνορα θα ανοίξουν, βάλτε το καλά στο κεφάλι σας», δήλωσε κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Κωνσταντινούπολη. «Οταν 50.000 μετανάστες συγκεντρώθηκαν στο συνοριακό πέρασμα του Καπικουλέ (στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα) φωνάξατε “βοήθεια”. Αρχίσατε να αναρωτιέστε: “Τι θα κάνουμε εάν η Τουρκία ανοίξει τα σύνορά της;”. Ακούστε με καλά. Εάν προχωρήσετε περαιτέρω, αυτά τα σύνορα θα ανοίξουν. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας», είπε.

Ούτως ή άλλως η ευρω-όρεξη των Τούρκων έχει σχεδόν υποδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία. Αν κάποτε το 73% των Τούρκων είχε επενδύσει σε μια ένταξη στην Ε.Ε., σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό έχει πέσει στο 44%. Η έξαρση του εθνικισμού μετά το πραξικόπημα και η δυσπιστία της κοινής γνώμης έναντι της Ε.Ε., που συχνά κατηγορήθηκε ότι δεν αντέδρασε τόσο έντονα στην προσπάθεια κατάλυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος όσο στα αντίποινα του Ερντογάν, επέτειναν τον ευρωσκεπτικισμό στη χώρα.

Σε αυτό συνέβαλαν φυσικά οι καθημερινές επιθέσεις της κυβέρνησης και του προέδρου κατά των Βρυξελλών για αθέτηση των συμφωνηθέντων (ειδικά της άρσης του καθεστώτος βίζας για Τούρκους επισκέπτες και της παροχής των προβλεπόμενων κονδυλίων ύψους 3 δισ. ευρώ) και οι καταγγελίες ότι η Ε.Ε. δεν αντιλαμβάνεται τις τουρκικές ευαισθησίες στο ζήτημα της «τρομοκρατίας» – λέγε με Κουρδικό. Σταδιακά η Αγκυρα στράφηκε στις αγκάλες της Μόσχας και της Κίνας. Η απειλή Ερντογάν για διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε., καθώς και η διερώτηση γιατί να μην είναι η χώρα του στην ομάδα της Σαγκάης (Kίνα, Καζαχστάν, Κιργιζιστάν, Ρωσία, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν), απηχεί αυτήν την απόσταση που έχει διανύσει ο Ερντογάν από κατ’ εξοχήν εκφραστής του πολιτικού Ισλάμ και φιλοδυτικός μεταρρυθμιστής σε Νεοοθωμανό, που επί μακρόν έκανε τα στραβά μάτια στη δράση του Ισλαμικού Κράτους.

Αντιρρήσεις

Το πρόβλημα είναι κατά πόσον αυτή η στάση εκ μέρους της Ε.Ε. ενθαρρύνει την Αγκυρα σε εκδημοκρατισμό ή την περιχαρακώνει σε εθνικιστική, απομονωτική, αντιδυτική αναδίπλωση. Και αν επίσης η Ευρώπη εγκαταλείπει στο έλεος του Ερντογάν τη φιλοευρωπαϊκή μεταρρυθμιστική μειοψηφία στη χώρα. Πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί, οπαδοί της Ρεαλπολιτίκ, με επικεφαλής την υπεύθυνη Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε., Φεντερίκα Μογκερίνι, χαρακτήρισαν εσφαλμένη την απόφαση της Ευρωβουλής, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός της Σουηδίας, Καρλ Μπιλντ, έκανε λόγο για «στρατηγική ηλιθιότητα» εάν η Ε.Ε. εγκαταλείψει μονομερώς τη σχέση της με την Τουρκία.

Η απόφαση, που συνέπεσε με την αποτυχία των συνομιλιών για την Κύπρο, ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω σκλήρυνση της τουρκικής διπλωματίας και επομένως και στην κατάρρευση της συμφωνίας για το προσφυγικό, με απρόβλεπτες συνέπειες για την Ελλάδα, αλλά και για τη Βορειοδυτική Ευρώπη και δη τη Γερμανία, όπου διεξάγονται ομοσπονδιακές εκλογές το 2017.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ