Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Τα διαγγέλματα και η ανεύρετη φιλοσοφική λίθος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O​​ι πανηγυρικοί και τα διαγγέλματα με την ευκαιρία εθνικών επετείων ή θρησκευτικών εορτών μάλλον τη φιλολογία αφορούν παρά την πολιτική επιστήμη ή την ιστοριογραφία. Ελάχιστα πιθανό είναι να τα αναζητήσουν αναδρομικά οι ιστορικοί για να εντοπίσουν στις πληθωριστικές παραγράφους τους αυθεντικά στοιχεία της πολιτικής ιστορίας ενός τόπου, του δικού μας ή οποιουδήποτε άλλου, μια και τα κλισέ των πανηγυρικών χρησιμοποιούνται διεθνώς. Αντίθετα, φαίνεται πιθανότερο ότι αν μας απασχολήσουν εκ των υστέρων, αυτό θα οφείλεται στην πρόθεσή μας να διακριβώσουμε για φιλολογικούς λόγους το ρητορικό ύφος της μιας ή της άλλης εποχής, να ερευνήσουμε το επίσημο λεκτικό της, να καταμετρήσουμε τις επιδόσεις της στον εθιμικό στόμφο. Αλλά και να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή ορισμένων στερεοτύπων. Για παράδειγμα του υμνητικού στερεοτύπου περί της ενότητας των Ελλήνων, στην οποία αποδίδεται παλαιόθεν μαγική ισχύς, αν και οφείλουμε να μην παραβλέπουμε ότι ακόμα και τις λαμπρότερες σελίδες της Ιστορίας μας τις γράψαμε μάλλον διχασμένοι παρά ενωμένοι.

Το ιλιαδικό «μήνιν άειδε, θεά» είναι ένας συνοπτικότατος αναποδογυρισμένος εθνικός ύμνος, όπου «η Διχόνοια που κρατάει ένα σκήπτρο η δολερή» δρα ανεξέλεγκτα. Δεν θα ’ταν φρόνιμο να θεωρήσουμε τυχαία ή αδιάφορη την επιλογή του Ομήρου να τραγουδήσει μια σφοδρή προσωπική έριδα ανάμεσα σε εγωπαθείς ηγεμόνες στο εσωτερικό ενός εκστρατευτικού σώματος που ο κοινός στόχος και οι κοινοί κίνδυνοι, τόσο μακριά από την πατρίδα και για τόσο πολύ, θα έπρεπε να το κρατούν ενωμένο. Αν πάντως το ’κανε σαν ξόρκι ή σαν προειδοποίηση, δεν δούλεψε.

Τα διαγγέλματα της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας με αφορμή την αλλαγή χρόνου δεν θα μπορούσαν να πάρουν αποστάσεις από την ισχυρή παράδοση της ευχολογούσας ρητορικής, των νουθεσιών και της καλλιέργειας ελπίδων. Δεν είναι δα κάποιο σπουδαίο ορόσημο η μετάβαση από το 2016 στο 2017, ώστε να υποχρεώνει σε ουσιαστικότερες σκέψεις, που θα είχαν ανάγκη από πιο φρέσκες λέξεις. Την πεπατημένη ακολούθησαν λοιπόν οι συντάκτες των πολιτικών διαγγελμάτων, όπως άλλωστε και οι συντάκτες των θρησκευτικών αναλόγων νωρίτερα, με την ευκαιρία των Χριστουγέννων (είναι πάντως ένα σοβαρό ερώτημα το πού χάνονται όλη αυτή η διαγγελματική μειλιχιότητα των ιερωμένων και ο τόνος της σχεδόν εξωκόσμιας πραότητας όταν κατατρίβονται με τα γήινα, τη διεκδίκηση των συμφερόντων τους δηλαδή). Μια πεπατημένη που ορίζεται από την απόλυτη σιγουριά της μοναδικότητας («μόνο εμείς μπορούμε να...», «μόνο εμείς είμαστε οι φορείς της ελπίδας») και από την ευκολία του κατεδαφιστικού καταγγελτισμού: «Οι άλλοι; Και ένα δράμα οι ίδιοι, και ένα δράμα θα καταντήσουν τον τόπο».

Κι ωστόσο, όλοι αυτοί οι διαγγελματικοί μονόλογοι, παράλληλοι κατά τα λοιπά, κάπου διασταυρώθηκαν: στην προτίμηση λέξεων με πρώτο συνθετικό το «ανα-», το οποίο, όπως θυμόμαστε από τη γραμματική ή καταλαβαίνουμε εξ ενστίκτου, δηλώνει συνήθως πως αυτό που σημαίνει το δεύτερο συνθετικό της λέξης επαναλαμβάνεται. Δεν προχώρησα σε ενδελεχή έλεγχο των διαγγελμάτων, που τον διευκολύνουν άλλωστε ιδιαίτερα τα ηλεκτρονικά ψαχτήρια (γεγονός που μας υποχρεώνει να σεβαστούμε ακόμα περισσότερο τους γραμματικούς παλαιών εποχών, που πορεύονταν με μοναδικό όπλο το φιλέρευνο πάθος τους), σημείωσα πάντως σ’ ένα χαρτάκι τα εξής:

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, που απηύθυνε το διάγγελμά του με φόντο μία εικόνα του Χριστού, επέλεξε τη λέξη «ανάταση», ευχήθηκε δηλαδή να αποτελέσει το 2017 «αφετηρία εθνικής ανάτασης». Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας προτίμησε να ζωγραφίσει το νέο έτος με τις λέξεις «ανάκτηση» και «ανάπτυξη» (το λατρεμένο χρυσόμαλλο δέρας της εποχής και του κόσμου μας, αν και το συνοδεύουν, μάλλον αναπόφευκτα και αχώριστα, πολλά τερατωδώς άδικα). Αυτή τη φορά όμως έμεινε στην «ανάκτηση της οικονομικής μας ανεξαρτησίας», ελάχιστα πιθανής όσο η καθαυτό ανεξαρτησία παραμένει ζητούμενο σε καιρούς επιτροπείας. Ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης υποσχέθηκε «αναγέννηση» της χώρας, όπως θα υποσχόταν κάθε αρχηγός κόμματος αξιωματικώς αντιπολιτευόμενου. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι, πρώτον, θα γίνουν πρόωρες εκλογές, δεύτερον, θα νικήσει το κόμμα του, τρίτον, θα αποσπάσει την αυτοδυναμία και, τέταρτον (άρρητο αυτό), θα πράξει όσα δεν έπραξε ενόσω κυβερνούσε, ενόσω δηλαδή έκανε ό,τι μπορούσε από την πλευρά του για να φτάσει η Ελλάδα στην ευτυχία των μνημονίων.

Ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης εστίασε στην «ανανέωση της ελπίδας», επιθυμητή όπως οτιδήποτε το άπιαστο. Να μπει κανείς δύο φορές στο ίδιο ποτάμι είναι αδύνατο, όπως βεβαίωνε τους πάντες η πείρα τους πριν τη συνοψίσει αποφθεγματικά ο Ηράκλειτος. Το ίδιο συμβαίνει και με το ρεύμα της ελπίδας. Ούτε σε αυτό μπορεί να μπει κανείς δύο φορές, ιδιαίτερα μάλιστα αν η πρώτη τον κέρασε αφειδώλευτα διάψευση και απογοήτευση. Μία από τις κύριες πηγές αυτής της απογοήτευσης, ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ Πάνος Καμμένος, αρπάχτηκε στο δικό του μήνυμα από τις εύηχες λέξεις «ανάταξη» και «ανασυγκρότηση» (ας με συγχωρεί η εξοχότης του, αλλά δεν θυμάμαι ποια στολή ένδοξης φαντασίωσης φορούσε όταν τα έλεγε αυτά). Σε λέξη με πρώτο συνθετικό το «ανα-», την «ανασύνταξη», στηρίχτηκε και το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα. Οσοι ακούγοντάς τον να μιλάει για «ανασύνταξη του εργατικού-λαϊκού κινήματος», ή διαβάζοντας τον ίδιο τίτλο στον «Ριζοσπάστη», σχημάτισαν την εντύπωση ότι το ίδιο σλόγκαν το έχουν ξανακούσει και το έχουν ξαναδιαβάσει πολλές φορές, ας μην τα βάλουν με τη μνήμη τους. Καλά θυμούνται. Για το ΚΚΕ, αυτοαποκλεισμένο στον δικό του πολιτικό χρονοχώρο, το «εργατικό-λαϊκό κίνημα», όπως ονομάζει ό,τι τελεί υπό την ασφυκτική καθοδήγησή του, βρίσκεται μονίμως σε φάση ανασύνταξης και ανασύνθεσης. Ποτέ εντούτοις δεν εξήγησε το γιατί και το πόθεν της... αποσύνταξης και της αποσύνθεσης· ίσως επειδή τότε θα υποχρεωνόταν να αποδεχτεί κάπως καθαρότερα τις ευθύνες του.

Το «ανα-» είναι ανέκαθεν ιδιαίτερα αγαπητό στους πολιτικούς, το ξέρουμε και από τίτλους κομμάτων που ποντάρουν στην «ανανέωση», την «αναγέννηση», την «ανασυγκρότηση» κτλ. Το αντιμετωπίζουν περίπου σαν φιλοσοφική λίθο ικανή να μετατρέψει σε πλούτο την πολιτική και πνευματική τους αναπαραδιά, τη φτώχεια της σκέψης τους. Μόνο που η φιλοσοφική λίθος ανήκει στην περιοχή των μύθων. Γι’ αυτό και δεν τους απομένει παρά να αναπαράγουν με κάθε ευκαιρία τα ήδη αναπαραχθέντα. Περί αέναης αναπαλαίωσης ο λόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ