Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο Μακρυγιάννης, ο Σαχτούρης και τα αρχαία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​πεισόδιο πρώτο: Το 1826, στη διάρκεια του Αγώνα, ο ελληνικός στόλος σπεύδει στη Σάμο, για να αποτρέψει την καταστροφή της από τους Τούρκους. Παραπλέοντας την Ικαρία, ο Υδραίος ναύαρχος Γεώργιος Σαχτούρης θέλησε να διαπιστώσει πόσο καλά ρίχνουν τα νέα πυροβόλα. Και διάλεξε σαν στόχο τον πύργο του Δράκανου, χτισμένο με ιδιαίτερη τέχνη σε δεσπόζουσα θέση, μάλλον κατά την ελληνιστική εποχή, κοντά στο ομώνυμο ανατολικό ακρωτήριο του νησιού· το όνομά του ίσως προήλθε από το ρήμα «δέρκομαι», βλέπω, εποπτεύω, εξ ου και ο «οξυδερκής». Εξαιρετική η θέα από το σημείο σε καιρούς ειρήνης, μιλώ σαν αυτόπτης, ωφελιμότατη η σκοπιά επί πολέμου. Ψηλός ο πύργος, πάνω από 13 μέτρα, και με εικοσιπεντάμετρη διάμετρο, ήταν όντως καλός στόχος. Το αποδεικνύουν τα τραύματα από τις κανονιές του στόλου μας, φανερά ακόμη στο ψηλότερο τμήμα, παρά τις αναστηλωτικές προσπάθειες.

Επεισόδιο δεύτερο. Οπως το συναντάμε στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη και όπως επέλεξε να το αναδείξει ο Γιώργος Σεφέρης στο δοκίμιό του «Ενας Ελληνας - ο Μακρυγιάννης» (τώρα στον τόμ. Α΄ των «Δοκιμών»). Γράφει ο ποιητής για τον πολεμιστή: «“Είχα δυο αγάλματα” σημειώνει ακόμα [ο Μακρυγιάννης] “περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Οταν χάλασαν τον Πόρο, τα ’χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Αργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν... Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε”.

»Καταλαβαίνετε», συνεχίζει ο Σεφέρης. «Δε μιλά ο Λόρδος Μπάιρον, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος· μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. “Γι’ αυτά πολεμήσαμε”. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου. Γιατί μόνο σε τέτοια αισθήματα μπορεί να ριζώσει και ν’ ανθίσει η μόρφωση του Γένους. Σε αισθήματα πραγματικά και όχι σε αφηρημένες έννοιες περί του κάλλους των αρχαίων ημών προγόνων ή σε καρδιές αποστεγνωμένες που έχουν πάθει καταληψία από το φόβο του χύδην όχλου».

Το περιστατικό του Δράκανου, εξηγήσιμο, αν μετρήσουμε ποιες οι προτεραιότητες της στιγμής εκείνης, δεν το θυμόμαστε. Και δεν νομίζω πως υπήρξε ποτέ τμήμα της διδακτέας ύλης στο γυμνάσιο ή το λύκειο. Αντίθετα, τον Μακρυγιάννη, και μάλιστα σε μια εξιδανικευμένη ή εκλογοτεχνισμένη εκδοχή του, συνδιαμορφωμένη από τη σεφερική παρέμβαση, τον θυμόμαστε πολύ συχνά στον δημόσιο λόγο μας. Συνήθως μνημονεύουμε κάποια λόγια του όταν θέλουμε να προτρέψουμε τους άλλους να πράξουν ό,τι αποφεύγει να πράξει η αφεντιά μας, να νοιαστούν λόγου χάρη για το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, το «εμείς», τιθασεύοντας όσο γίνεται τον εγωισμό τους. Κι όταν τυχαίνει να ανακαλούμε όσα είπε για τα μάρμαρα, μία στις δύο φορές σπεύδουμε να τα «ενισχύσουμε» υιοθετώντας και προβάλλοντας έναν θρύλο σύμφωνα με τον οποίο οι αγωνιστές του 1821 έδιναν μολύβι στους Τούρκους για να μην τους βλέπουν να καταστρέφουν τους κίονες αναζητώντας τον συνδετικό μόλυβδο, που τον έλιωναν κι έφτιαχναν βόλια. Σαν μη μας αρκεί η άκρως τιμητική ιστορία, την εμπλουτίζουμε με μυθοκοπήματα, αδικώντας τελικά αυτούς που διατεινόμαστε ότι θαυμάζουμε και δοξάζουμε.

Γράφει λοιπόν για το θέμα αυτό ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του «Η λεηλασία και η καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων» (1993): «Πονούσαν οι Ελληνες αγωνιστές για την κατερείπωση των μνημείων από τους βομβαρδισμούς. Αποτελούν όμως γελοίο και χονδροειδές μυθολόγημα τα περί προσφοράς στους πολιορκημένους Τούρκους 4.000 οκάδων μολυβιού για να παρασκευάσουν βόλια και να μην γκρεμίζουν και κατασυντρίβουν τους κίονες! Αυτό το ψεύδος αναφέρεται συχνά σε εθνικούς πανηγυρικούς και σχολικά βιβλία. Το 1822 οι Επαναστάτες που πολιορκούσαν την Ακρόπολη έβλεπαν με σπαραγμό τα τόπια των ελληνικών κανονιών να αφανίζουν τα μάρμαρα των μνημείων. Το 1826, πολιορκημένοι οι ίδιοι, έπασχαν αντικρίζοντας τις φθορές που προκαλούσε στα λείψανα των αρχαίων ναών το τουρκικό πυροβολικό. Αλλά και οι μπάλες των ελληνικών κανονιών από το φρούριο κατεδάφιζαν τα γύρω αθηναϊκά μνημεία, αρχαία και βυζαντινά. [...] Οι πολιορκημένοι Τούρκοι γκρέμιζαν το 1822 από την Ακρόπολη σπονδύλους κιόνων του Παρθενώνος στα ελληνικά οχυρώματα. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι πολιορκημένοι Ελληνες το 1826. Χρησιμοποιούσαν τα μάρμαρα ως βόμβες».

Πόλεμος ήταν. Κι ο πόλεμος είναι σαρωτικός. Δεν ξέρουμε αν κάποιοι είχαν τη γνώση και το θάρρος να ψέξουν τον Σαχτούρη, που μπορεί να μη γνώριζε τι ήταν ο πύργος που κανονιοβόλησε. Δεν ξέρουμε επίσης ούτε πόσοι συμμερίζονταν τις αντιλήψεις του αρκετά γραμματισμένου Μακρυγιάννη. Εν πάση περιπτώσει, τα δύο περιστατικά του Αγώνα μού τα έφερε στη μνήμη ο μικροεμφύλιος που ξαναστήσαμε με αφορμή την πρόταση της Γκούτσι να νοικιάσει τον Παρθενώνα για να κάνει εκεί το ντεφιλέ της, μπροστά σε «300 εκλεκτούς προσκεκλημένους». Ανάμεσά τους ήλπιζαν ίσως ότι θα χωρέσουν και ορισμένοι ημιεσβεσμένοι αστέρες του ημεδαπού νεοκυνικού μπονβιβερισμού. Γι’ αυτό και ξεσπάθωσαν μετά την άρνηση του ΚΑΣ να εκχωρηθεί ο Παρθενώνας για επίδειξη μόδας και αναθεμάτισαν τους «οπισθοδρομικούς», τους «αριστεροκρετίνους», τους «πουριτανούς», τους «λαϊκιστές» (για να αναθεματίσω κι εγώ, ανάθεμα κι αν ξέρουν τι πάει να πει λαϊκισμός). Τρία ήταν τα κύρια επιχειρήματα όσων υποστήριζαν την ενοικίαση της Ακρόπολης: πρώτον, θα έχουμε οικονομικό κέρδος, δεύτερον, θα διαφημιστούμε διεθνώς και, τρίτον, ένα σωρό χώρες νοικιάζουν τα μνημεία τους για φωτογραφίσεις, κινηματογραφήσεις, επιδείξεις μόδας κ.λπ. Αν φανταστούμε τα ονειδιστικά σχόλια που πιθανότατα θα γίνονταν παγκοσμίως («Οι Ελληνες ξεπουλάνε και την Ακρόπολη...»), η χασούρα –στο ηθικό, το συμβολικό αλλά τελικά και στο οικονομικό επίπεδο– θα εξανέμιζε ταχύτατα τη χορηγία της Γκούτσι ακόμη κι αν ήταν ισοδύναμη της μυθικής περιουσίας του κ. Σώρρα. Κι ύστερα, ο Παρθενώνας, οικουμενικώς αναγνωρίσιμος ως σύμβολο της δημοκρατίας, και σήμα κατατεθέν της UNESCO, περίμενε έναν οίκο μόδας για να γίνει διάσημος;

Ακριβώς ως σύμβολο της δημοκρατίας, ο Παρθενώνας έχει την πανάκριβη, μη εξαργυρώσιμη μοναδικότητά του. Δεν είναι Ηρώδειο ή Κολοσσαίο. Δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο μνημείο, της Ελλάδας ή άλλης χώρας. Ετσι εξηγείται άλλωστε η στάση του αρχαιολόγου Πέτρου Θέμελη: «Οχι στον Παρθενώνα, αλλά ναι στην Αρχαία Μεσσήνη». Ποιας δημοκρατίας σύμβολο θα παρέμενε άραγε αν δινόταν για να απολαύσει λίγες ξεχωριστές ώρες η κλειστή συντροφία των «300 εκλεκτών» μυριομέδιμνων;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ