Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Σημειώσεις από μια φανταστική αυτοβιογραφία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

«Σε αυτή την αυτοβιογραφία θα έχω κατά νουν ότι μιλάω από τον τάφο. Μιλάω κυριολεκτικά από τον τάφο, γιατί θα είμαι νεκρός όταν αυτό το βιβλίο βγει από το τυπογραφείο».

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος φταίει. Εκείνος το ξεκίνησε με τον Μαρκ Τουέιν. Εκείνος έστειλε όλη την αντιπολίτευση να γκουγκλάρει τσιτάτα του μεγάλου Αμερικανού κυνικού, προκειμένου να αντικρούσει με εξυπνάδες τη δανεισμένη εξυπνάδα του υπουργού – ότι διαψεύδει τις φήμες για τον θάνατό του επειδή τις βρίσκει κάπως υπερβολικές.

Ο Τουέιν είχε παραγγείλει να μην κυκλοφορήσει η αυτοβιογραφία του για έναν αιώνα μετά τον θάνατό του. Ηθελε οι εξομολογήσεις του –προφορικές, στο μεγαλύτερό τους μέρος, και ακατάσχετες– να δουν το φως της δημοσιότητας όταν πια ο ίδιος θα ήταν «νεκρός, ανίδεος και αδιάφορος».

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να φανταστεί κανείς τον Τσακαλώτο, σαν άλλο Μαρκ Τουέιν, να υπαγορεύει ποταμηδόν τις εξομολογήσεις του σε κάποιον έμπιστό του –ας πούμε στον Θόδωρο Μιχόπουλο– απευθυνόμενος στον αναγνώστη του μέλλοντος. Είναι μεγάλος πειρασμός, να τον φανταστεί να ξεφορτώνει την ένταση των τελευταίων ημερών στο χαρτί.

Ηταν, λένε, μεγάλη η ένταση. Οχι τόσο στις Βρυξέλλες, όπου η έκβαση ήταν λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη, προτού καθίσει ο Τσακαλώτος στο τραπέζι με τους εταίρους. Η ένταση ήταν μεγαλύτερη μετά, στην Αθήνα, μεταξύ του υπουργού και των συντρόφων του, και αποδίδεται στο ψυχρό κλίμα που ο υπουργός Οικονομικών εισπράττει ως πολιτική του απομόνωση.

Τι θα άκουγε ο στενογράφος του Τσακαλώτου; Θα άκουγε ίσως για τον σύντροφο που, δυσαρεστημένος κι εκείνος από την εσωκομματική του μοίρα, προσέγγισε τον υπουργό ως αλληλέγγυος, αλλά κατόπιν τον ψιλοεξέθεσε με τη φλυαρία του προς τους δημοσιογράφους. Θα άκουγε ο στενογράφος και για τον άλλο σύντροφο στην κυβέρνηση, που ο Τσακαλώτος θεωρεί ως απόλυτο κακό –«absolute evil», για να είμαστε ακριβείς στις διατυπώσεις– λόγω της διαβρωτικής επιρροής που ασκεί στον πρωθυπουργό. Παρά τους ψιθύρους περί του αντιθέτου, ο «Αbsolute Εvil» εξακολουθεί να βρίσκεται εγγύτερα στο Μαξίμου, απ’ ό,τι ο υπουργός Οικονομικών – ή τουλάχιστον αυτό φέρεται να νομίζει ο Τσακαλώτος.

Ηταν η απόσυρση του Τσακαλώτου μετά το Eurogroup μια μορφή λευκής πολιτικής απεργίας; Δικαιολογείται η λευκή απεργία, όταν σχεδόν όλοι οι πρωτοκλασάτοι υπουργοί βγήκαν στα media το πρώτο 48ωρο μετά τη συμφωνία, για να τη μακιγιάρουν επικοινωνιακά ως οριστική νίκη κατά της λιτότητας;

Και όμως δικαιολογείται. Δικαιολογείται, αν πιστέψει κανείς ότι ο επικεφαλής της διαπραγμάτευσης επωμίζεται συμβιβασμούς που νιώθει ότι δεν μπορεί να σηκώσει μόνο με τους δικούς του ώμους. Δικαιολογείται, αν έχει αρχίσει κιόλας να ψυχανεμίζεται ότι, μετά την ολοκλήρωση του συμβιβασμού, θα είναι χρησιμότερος στο κόμμα του ως πολιτικό σφάγιο.

Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η χορογραφία του «βγαίνω - δεν βγαίνω - βγείτε εσείς πρώτα - να βγω κι εγώ». Πόσο μπορεί, με ορθάνοιχτη τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, να εξελίσσεται παράλληλα μια ενδοσυριζαϊκή διαπραγμάτευση μέσα στην πυριτιδαποθήκη της συντροφικής καχυποψίας.

Μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε κανείς να αντλήσει από τη χθεσινή εικόνα στη Βουλή. Εκεί, με βεβιασμένη χαλαρότητα, ο Τσακαλώτος εμφανίστηκε για να δηλώσει, υποτίθεται, τη συμφωνία του με το προσύμφωνο που συνομολόγησε, χωρίς όμως να βρει εν τέλει τον τρόπο για να το υποστηρίξει. Χωρίς να βρει καλύτερη πολιτική υπεράσπιση από δυο-τρία ειρωνικά τεχνάσματα.

Ηταν μια επίδοση βαρουφακικής ρηχότητας. Μια παράσταση αυτοϋπονομευτικού εντυπωσιασμού, κόντρα στις προσδοκίες του Τσακαλώτου, που έχει λόγους να βλέπει εαυτόν ως το αντίθετο του προκατόχου του.

Συμβαίνει όμως στην πολιτική –και στη ζωή– να επισπεύδει κανείς αυτό που θέλει πανικόβλητος να αποφύγει. Από τον φόβο να μην καταλήξει Βαρουφάκης, αρχίζει μόνος του να βαρουφακίζει. Αυτοκτονεί πολιτικά υπό τον φόβο του θανάτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ