ΘΕΑΤΡΟ

Στα θέατρα τελείωσε, πλέον, το λίπος...

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Νίκος Διαμαντής σκηνοθέτησε μια παράσταση «με τα πρόσωπα, πλέον, να παίρνουν τον χαρακτήρα φασμάτων».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εργο ζωής που υπερβαίνει τις 3.000 σελίδες σε επτά τόμους, το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα που συγκλόνισαν τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Ενα εμβληματικό ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο πυροδότησε ατέρμονες φιλοσοφικές συζητήσεις, ερμηνείες και πολλές δημοσιεύσεις. Περίπλοκο στη γραφή, «μια αξιοθαύμαστη ψυχολογική μελέτη», που όσο κι αν προσπάθησαν να μεταφέρουν ολόκληρο στον κινηματογράφο μεγάλοι δημιουργοί, δεν τα κατάφεραν. Από τη δεκαετία του ’50 ξεκίνησαν οι απόπειρες της κινηματογραφικής του μεταφοράς αλλά πώς να συμπυκνώσεις τέτοιο όγκο; Αργότερα προσπάθησε ο Ρενέ Κλεμάν, έπειτα ο Φρανσουά Τριφό, επίμονα ο Λουκίνο Βισκόντι και ο Τζόζεφ Λόουζι. Ο τελευταίος ανέθεσε αρχές της δεκαετίας του ’70 στον Χάρολντ Πίντερ να ασχοληθεί με το σενάριο. Η ταινία ναυάγησε, έμεινε όμως η διασκευή του Πίντερ, μία από τις μεγαλύτερες προσαρμογές που έχουν γραφτεί ποτέ για τον κινηματογράφο. Σε αυτή στηρίζεται η παράσταση που παρουσιάζεται από χθες στο θέατρο «Σημείο» στην Καλλιθέα σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή.

Και οι δύο μίλησαν για τις σκιές που κρύβονταν στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο, λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης. Η «συνάντηση» του Πίντερ με τον Προυστ «αναδεικνύει το παράδοξο της σκέψης· αυτό που όσο το ζεις σε καταρρακώνει ως ψέμα, όταν το επισκέπτεσαι ξανά χρόνια μετά, σε φωτίζει με την αποκαλυπτική αλήθεια του».

Οταν ρωτάς τον Ν. Διαμαντή πώς τόλμησε ένα τέτοιο ανέβασμα, απαντά πως «ο λόγος που κάνουμε θέατρο είναι για να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω». «Πέλαγος ακαταμάχητο» ο Προυστ μιλάει για τον άνθρωπο με ένα διαφορετικό τρόπο. «Σήμερα, σε μια εποχή όπου είμαστε παγιδευμένοι και κοιτάμε με διάφορους τρόπους προς τα πίσω, μας θυμίζει το ένα βήμα μπροστά. Στην πραγματικότητα δεν είναι μια θεατρική εργασία αλλά εκκίνηση σκέψης. Είναι από τα έργα που αναμετριέσαι διαρκώς. Ως σύλληψη θεωρείται πέρα από την ανθρώπινη αντοχή. Ο Προυστ είναι ο εμμονικός άνθρωπος, ο μονήρης, αυτός που διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή με τρομακτικό λυρισμό όπως ποτέ δεν έχει ξαναγίνει. Το ενδιαφέρον του είναι ο τρόπος που αναλύει τον τρόμο του ανθρώπου απέναντι στον έρωτα και στον θάνατο. Η διαρκής αμφιβολία, η ζήλια, η ταυτότητα, η μετατόπιση, το ερωτικό αντικείμενο, ο τρόπος που παγιδεύεις και παγιδεύεσαι στον έρωτα, οι παραλλαγές, οι λαβύρινθοι του νου. Αυτή είναι η τεράστια αξία του έργου: ο τρόπος που αναλύει την ανθρώπινη φύση.

Παρότι η ίδια η ανθρώπινη φύση προχώρησε από τότε, οι κοινωνικές δομές άλλαξαν όπως η αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας, της αριστοκρατίας, των σύγχρονων μηχανών. Ενα δεν άλλαξε: η έντρομη αθωότητα του ανθρώπου απέναντι στον έρωτα. Αυτό το φως που διεισδύει στις χαραμάδες από την πλευρά του Προυστ είναι μοναδικό και μας δείχνει πού βρίσκεται το μέλλον. Το μέλλον, λοιπόν, βρίσκεται στην επιμονή και στον αναστοχασμό, έτσι θα προχωρήσουμε».

Η ματιά του Πίντερ σε όλα αυτά ήταν εντελώς διαφορετική. Συγγραφέας διαφορετικής θερμοκρασίας, ολιγόλογος, μινιμαλιστής, καίριος, «έμεινε σε συγκεκριμένα πρόσωπα και εναλλάσσει τις κοινωνικές συμπεριφορές των ανθρώπων με τα μονήρη ντουέτα, ανάμεσα στον Σουάν και στην Οντέτ, στον Μαρσέλ με την Αλμπερτίν... Από το πέλαγος του μυθιστορήματος δημιούργησε διαφορετικές εξάρσεις, οι οποίες κατευθύνονταν σε σαφείς άξονες: κοινωνικότητα των προσώπων, ανάδυση της καινούργιας τάξης, ερωτικές συμπεριφορές, αγωνία γραφής». Στηριζόμενος σ’ αυτή τη δραματουργική βάση, σκηνοθέτησε μια παράσταση που χρησιμοποιεί ως αφορμή το μυθιστόρημα και το σενάριο «με τα πρόσωπα πλέον να παίρνουν τον χαρακτήρα φασμάτων». «Υπάρχει ένας σαφέστατα δραματουργικός άξονας που είναι η ίδια η σονάτα Βαντέιγ, ένας μύθος, η μουσική του έργου, η προσπάθεια να μιλήσεις μουσικά για τον άνθρωπο. Ολο το έργο είναι η προσπάθεια να ακουστεί αυτή τη σονάτα, δηλαδή να παρουσιαστεί τι είναι ο άνθρωπος».

Ο θεατής παρακολουθεί την ιστορία ανάμεσα στις κοινωνικές και στις ιδιωτικές συμπεριφορές των ανθρώπων, τον θάνατο, τον έρωτα, τη συντριβή. «Είναι η προσπάθεια να σταθεί όρθιος ο άνθρωπος απέναντι στον καθρέφτη του εαυτού του. Να σπαταλήσει χρόνο για να αναστοχαστεί. Φωτίζοντας τον άνθρωπο, δημιουργούμε μέλλον. Δεν είμαστε μόνο η ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Δεν είμαστε μόνο οι βάνδαλοι μέσα σε μια τεράστια κοινωνική κακία, όπως το φαινόμενο που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Σήμερα μέσα σε μια ατμόσφαιρα σήψης και σε ένα πανικό επιβίωσης, ο ένας έχει στραφεί άκριτα εναντίον του άλλου. Ε, δεν είμαστε μόνο αυτό».

Λέει πως την καθημερινότητά του τη στοιχειώνουν διάφορες εικόνες από το ξεκίνημα και το τέλος της ημέρας του. Το πρωί που φτάνει στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, το οποίο διευθύνει εδώ και δύο χρόνια, βλέπει μαθητές σχολείων να φωτογραφίζονται αμέριμνοι, την ίδια ώρα που δίπλα τους ένας εξαθλιωμένος προσπαθεί να βρει μια θέση στον ήλιο. Και το βράδυ επιστρέφοντας στο σπίτι του στα Εξάρχεια, συναντά την ίδια ταλαιπωρημένη γυναίκα να προσπαθεί να βολευτεί στα χαρτόκουτα μέσα στο κρύο. «Είναι εικόνες που συνηθίσαμε αλλά δεν πρέπει να θεωρούμε αυτονόητες. Οπως δεν πρέπει να συνηθίσουμε τους βανδαλισμούς στην πόλη, στα Εξάρχεια, τις καταστροφές των αγαλμάτων, των λεωφορείων, των πανεπιστημίων, το πλιάτσικο στα μαγαζιά, την πρακτική “βουτάμε ό,τι βρούμε”, την ανθρωποφαγία μεταξύ μας, τον καβγά για το ποιος φταίει για όσα μας συμβαίνουν. Ο πανικός μάς βυθίζει μέρα με τη μέρα. Συνηθίσαμε να βανδαλίζει ο ένας τον άλλον και δεν υπάρχει τρόπος να βάλουμε φρένο, να σκεφτούμε το μέλλον. Αυτό είναι ο Προυστ. Το αύριο. Ενα λαμπρό επίτευγμα που δεν στοχεύει στον πλούτο αλλά στην πολυτελή σκέψη. Αντί να βανδαλίζουμε τις ψυχές μας, ας βρούμε τρόπο να στοχαστούμε πάνω σε ό,τι μας συμβαίνει».

Ο Νίκος Διαμαντής θεωρεί πως καλλιτεχνικά στο ελληνικό θέατρο τελειώνει η εποχή της σύγχυσης αυτού που ονομάσαμε αποδόμηση. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο λόγος ύπαρξης κάθε θεατρικής εργασίας. Δεν είναι ούτε η αισθητική, ούτε οι ηθοποιοί μας, ούτε οι σκηνοθέτες μας». Την τελευταία 5ετία διαπιστώνει «μια λανθασμένη άποψη περί αποδόμησης, μια στρεβλή αντιμετώπιση ρόλων, δραματουργίας και κειμένων, καθώς και μια άκριτη σωματικοποίηση». Επιπλέον, ένα ακατάσχετο κυνήγι της νεωτερικότητας και του εντυπωσιασμού.

Επιβίωση με δέκα δουλειές

Οικονομικά, το ελληνικό θέατρο βιώνει όσα και η ελληνική κοινωνία. «Στα θέατρα τελείωσε το λίπος, γι’ αυτό επικρατεί πανικός. Ο καθένας μας προσπαθεί να επιβιώσει κάνοντας 10 δουλειές όταν παλιότερα είχε τη δυνατότητα να σταθεί σε μία, ρίχνοντας το βάρος της ψυχής του. Αν ρωτήσουμε όλο αυτόν τον κόσμο “πού ανήκει η ψυχή σου”, σε όλες αυτές τις δουλειές που αναλαμβάνουμε, δεν νομίζω ότι μπορούμε να απαντήσουμε. Χάθηκε, βλέπετε, ο τρόπος στήριξης της τέχνης ουσίας: βιβλίου, θεάτρου, κινηματογράφου, εικαστικής τέχνης.

Δόθηκαν άλλες προτεραιότητες, ώς ένα σημείο δικαιολογημένο. Ομως, ένα σοβαρό κράτος μπορεί και σε περίοδο κρίσης να στηρίζει τις τέχνες, με συνεργασίες ανάμεσα στους εποπτευόμενους φορείς στους οποίους διοχετεύει το χρήμα, και τους μη εποπτευόμενους».

Επιμένει πως «δεν υπάρχει πολιτιστική πολιτική παρά μόνο λογική επιβίωσης». Θεωρεί, ωστόσο, ότι το υπουργείο Πολιτισμού «μπορεί να διοχετεύσει χρήματα από τα ΕΣΠΑ στον σύγχρονο πολιτισμό, να αξιοποιήσει υποδομές αλλά και ιδέες ανθρώπων του χώρου οι οποίες κατατίθενται χρόνια τώρα από διάφορες ομάδες εργασίας και εγκαταλείπονται συστηματικά». Ο ίδιος, οργανωτικός όπως είναι, εξασφάλισε ένα σημαντικό πρόγραμμα για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά που διευθύνει. Από του χρόνου θα κατευθύνει ένα τριετές ΕΣΠΑ πάνω στην ανάπτυξη του ελληνικού λόγου, με παραγωγές, αναλόγια, συζητήσεις, αναλύσεις, σε ένα πυκνό ανοιξιάτικο φεστιβάλ στο ΔΘΠ. Θα αναλυθεί όλη η ηλικία του ελληνικού θεατρικού λόγου από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη έως τον Χαράλαμπο Γιάννου που πήρε το κρατικό βραβείο συγγραφής θεατρικού έργου για το έργο του «Πείνα».

Μέσα από τους πόρους της Περιφέρειας μπορούν να δρομολογηθούν πολλά, τονίζει. «Ενα σοβαρό, συστηματικό, ανοιχτό, φιλελεύθερο, φιλικό, υπουργείο Πολιτισμού μπορεί να ανοιχτεί σε όλους. Εποπτεύω δεν σημαίνει μόνο δίνω χρήματα, σημαίνει συντονίζω. Οι λύσεις δίνονται μέσα από δομές: χορηγική πολιτική, δημιουργία σταδίων εκπαίδευσης, φορολογικές απαλλαγές, σχέσεις με τα θέατρα ρεπερτορίου. Ολα αυτά να είναι ανοιχτά σε όλες τις κοιτίδες πολιτισμού. Να σταματήσει πλέον το θέμα των ημετέρων».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ