Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Θ.Ι. Κολοκοτρώνης, «Κουλουβάχατα» και Τύπος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​λέξη «κουλουβάχατα» συγκαταλέγεται στις λιγοστές της γλώσσας μας, όλων των φάσεών της, που μπορούμε να προσδιορίσουμε με κάποιαν ασφάλεια τον πατέρα της. Μα, θα πει κανείς, ελληνική λέξη τα «κουλουβάχατα»; Φυσικά. Ελληνική, όπως κάθε λέξη που, άσχετα με την προέλευσή της, γνωστή, εικαζόμενη ή απολύτως άγνωστη, χρησιμοποιείται επί μακρόν από τον ελληνικό δήμο (για να μη λησμονούμε τον Πλάτωνα, αλλά και τον Σολωμό, που μνημόνευε στον «Διάλογό» του τον Αθηναίο φιλόσοφο και τη διαβεβαίωσή του, στον «Αλκιβιάδη», ότι «εμάνθανε το ελληνίζειν παρά των πολλών»), το νόημά της είναι αμέσως κατανοητό, και μορφολογικά δεν αντιβαίνει στις προδιαγραφές της ελληνικής. Ελληνικά τα κουλουβάχατα όσο και ο (πιθανόν αιγυπτιογενής) χάρτης, η (πιθανόν λατινογενής) φουστανέλα, το (τουρκικό ή περσικό) ντέρτι και τα κούλουμα, που άλλοι τα θέλουν λατινογενή (από το cumulus = σωρός) και άλλοι αλβανικά (από το colum = καθαρός).

Ποιος ο πατέρας λοιπόν της λέξης; Παραθέτω το σχετικό λήμμα από το «Ετυμολογικό λεξικό της κοινής» του Ν. Π. Ανδριώτη (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1983): «κουλουβάχατα επίρ. “αραβ. kullu-wahad (= όλα ένα) (Ε. Μπόγκας στην “Αθηνά” 60, 276). Η λέξη διαδόθηκε από τον τίτλο πολιτικού φυλλαδίου του Θ.Ι. Κολοκοτρώνη (Φαλέζ) “Η Κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι”)». Στο δικό του «Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας» (Κέντρο Λεξικολογίας, 2009), ο Γ. Μπαμπινιώτης αποδίδει την πατρότητα της λέξης στον ίδιο τον Θ.Ι. Κολοκοτρώνη. Γράφει: «κουλουβάχατα “αραβ. kullu-wahad = όλα ένα - ανακατωμένα”. Η λ. πρωτοεμφανίστηκε το 1868 σε φυλλάδιο του Θ. Ι. Κολοκοτρώνη, εγγονού του ήρωα της Επαναστάσεως, το οποίο έφερε τον τίτλο: “Η κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι”». Στην πραγματικότητα, πάντως, το βιβλίο, αφιερωμένο «τω αξιοτίμω Κυρίω Γεωργίω Τερτσέτη», εκδόθηκε εκ του Τυπογραφείου Ερμού το 1865. Στο εξώφυλλό του, όπως μπορεί να διαπιστώσει όποιος αναζητήσει το πρωτότυπο στην πάντα εξυπηρετική ψηφιακή βιβλιοθήκη της «Ανέμης», δεν υπάρχει το μάλλον παράδοξο άρθρο «Η» («Η Κουλουβάχατα»), με το οποίο το καταγράφει τόσο ο Ανδριώτης όσο και ο Μπαμπινιώτης. Στον Πρόλογό του, γραμμένο την Πρωτοχρονιά του 1865, ο εγγονός του Κολοκοτρώνη, γιος του Γενναίου (το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης) και της Φωτεινής Τζαβέλα (ήταν κόρη του Φώτου και Μεγάλη Κυρία των Τιμών της Αμαλίας), εξηγεί ότι η λέξη κουλουβάχατα είναι «αραβική κατά παραφθοράν, σημαίνουσα όλα-ένα ή ανάμικτα».

Στρατιωτικός και πολιτικός ο νεότερος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1829-1894), γνωστός με το ψευδώνυμο Φαλέζ, υποστηρικτής ενός συστήματος απαρτιζόμενου από τοπικές λαϊκές συνελεύσεις και φίλος των πρώιμων Ελλήνων σοσιαλιστών, ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, εκδίδοντας βιβλία και αρθρογραφώντας στις εφημερίδες «Ραμπαγάς» και «Ακρόπολις». Στον Πρόλογο των «Κουλουβάχατων», ενός κειμένου πολιτικής φαντασίας και δριμείας κριτικής των πραγμάτων, καταθέτει ένα ερώτημα που ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί αέναης επικαιρότητας: «Και μήπως η κοινωνία μας δεν είναι φύρδην μίγδην; Μη δεν έχει το πλείστον ιδέας άνευ πεποιθήσεων; Μη δεν είμεθα αληθώς Κουλουβάχατα;» «Είναι περίεργον», γράφει στις πρώτες σελίδες αυτής της εκλογοτεχνισμένης μπροσούρας του, αναφερόμενος στις «ιδέες άνευ πεποιθήσεων», «πώς κατώρθωσαν πολλοί να ήναι Οθωνισταί μέχρι της 10. 8βρίου [του 1862, οπότε και καταλύθηκε η δυναστεία του Οθωνα], επαναστάται εν όσω διήρκει η επανάστασις, και έπειτα αίφνης σήμερον να μισήσουν την επανάστασιν εις βαθμόν που φοβούμαι να μη πάθουν οι καϋμένοι». Βλέπουμε και σήμερα με πόση ευκολία, και με πόσο σταθερές πεποιθήσεις, κυκλοφορούν από κόμματος εις κόμμα διάφοροι πολιτευόμενοι.

Θυμήθηκα τα «Κουλουβάχατα» πρωτίστως για τον εξαιρετικό ύμνο της ελευθεροτυπίας που αρθρώνεται εκεί, έναν ύμνο όντως αέναης επικαιρότητας, αν κρίνουμε και από το μένος διαφόρων Τραμπ ή Ερντογάν εναντίον των εφημερίδων και των καναλιών που τους αντιπολιτεύονται και δεν τους δοξολογούν πειθήνια. Ο Φαλέζ ενσωματώνει στο κείμενό του, με τη μορφή υποσημείωσης, μια επιστολή του, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1862, «προς τους κυρίους Ι. Κολοκοτρώνην, πρωθυπουργόν, και Σπυρο-Μήλιον, υπουργόν των Στρατιωτικών». Τρεις μέρες νωρίτερα ο Ιωάννης/Γενναίος Κολοκοτρώνης, με τον οποίο ο Θεόδωρος δεν είχε αγαθές σχέσεις, είχε σχηματίσει την τελευταία κυβέρνηση του Οθωνα, πριν από την έξωσή του. Αντιγράφω από την επιστολή του υιού προς τον πατέρα-πρωθυπουργό:

«Σεβαστοί μοι! Σας συγχαίρω, διότι πρώτοι ανελάβετε τον δυσκολώτερον των αγώνων. Η κατάστασις, εις ην ευρίσκεται ο τόπος σήμερον, ομοιάζει με κτίριον σαθρόν, όπερ δείται νέας εντελούς μεταπλάσεως, και δυστυχώς διά του αυτού αθλίου υλικού. [...] Εάν αφήσητε εις την δημοσιογραφίαν ελευθερίαν απόλυτον, δεν θέλετε ναυαγήσει. Η ελευθερία του τύπου είναι η κατάλληλος μηχανή να καθαρίση τα σκύβαλα εκ του σίτου της δημοσιογραφίας. Εις την Αγγλίαν περιώρισαν το πρώτον τον τύπον, αλλ’ ο τύπος ηχρειώθη, έγεινεν ακόλαστος. Η φρόνιμος κατόπιν Κυβέρνησις τον αφήκε ελεύθερον, και βαθμηδόν η ιδία κοινωνία επεριφρόνησε την λιβελλογραφίαν και τας προσωπικότητας, αναγινώσκουσα μετ’ ευχαριστήσεως όπου απήντα την λογικήν συζήτησιν. Κατέπεσεν τότε φυσικώς το κακόν της δημοσιογραφίας μέρος, και έμεινε η πραγματική δημοσιογραφία. Σώσατε λοιπόν την δημοσιογραφίαν, ούσαν μίαν των δυνάμεων του συνταγματικού βίου, δι’ απολύτου και καλώς εννοουμένης ελευθερίας, αληθούς και ειλικρινούς. Είναι αξίωμα το, μη κατάσχης, διότι αναγινώσκεται πλειότερον το κατασχόμενον. Αφήσατε λοιπόν την ελευθερίαν εις τον τύπον, και μόνον υμάς ίσως τινές ωφελούμενοι εκ τούτου σας υβρίσουν. Αυταπαρνήθητε λοιπόν χάριν του τύπου, και μετ’ ολίγον θα ιδήτε ότι η κοινωνία θα απανθίζη το ωφέλιμον μόνον μέρος, έως ου τα σκύβαλα πετάξη μακράν ο άνεμος της περιφρονήσεως. Ο Ελλην είναι ευφυής, και Κυβέρνησις εφορώσα και ουχί καταδιώκουσα τον τύπον, θέλει τον κάμει μόνον το ορθόν ν’ αναγινώσκη και να σεβασθή πλειότερον τα κυβερνώντα πρόσωπα. [...] Η αλήθεια δεν είναι έγκλημα ποτέ. [...] Η ελευθερία του λόγου είναι η ενάρετος γυνή, ήτις κεντά την φιλοτιμίαν και σχηματίζει τους ελευθερόφρονας ρήτορας και τους αληθείς πατριώτας. [...] Υποσημειούμαι με το προσήκον σέβας ως υιός Θ.Ι. Κολοκοτρώνης».

Επειτα από ενάμιση αιώνα, ο Φαλέζ μάλλον θα ένιωθε υποχρεωμένος να συντάξει το ίδιο γράμμα. Αλλά δεν θα ’ξερε πού να το στείλει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ