Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Αχ. Καραμανλής: Μαζεύοντας τα πλαστά πιστοποιητικά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Σωστό δεν υπάρχει. O,τι κι αν πει ο Μητσοτάκης για τον Καραμανλή, θα παρεξηγηθεί. Η συνηγορία του είναι καταδικασμένη να ακούγεται πολύ χλιαρή στα αυτιά των καραμανλικών. Και η κριτική του πολύ δειλή στα αυτιά των υπολοίπων.

Απόδειξη ο αντίκτυπος της τελευταίας του συνέντευξης. Το «τουλάχιστον ο Καραμανλής μίλησε προεκλογικά με ειλικρίνεια για την οικονομία» του Μητσοτάκη θεωρήθηκε μισή υποστήριξη από τους ραβδούχους της Αυλής. Και το «η ήπια προσαρμογή παραήταν ήπια» κρίθηκε –από τους εκτός Αυλής– ότι παραήταν ήπιο.

Πώς θα ήταν, όμως, αν μιλούσε για τον Καραμανλή ένας Καραμανλής; Πώς θα ήταν εάν βρισκόταν, μάλιστα, ένας νομιμόφρων στη μητσοτακική ηγεσία Καραμανλής, που δεν θα περίμενε να ερμηνευθεί ως νομιμοφροσύνη η αφωνία του; Που θα έβγαινε ο ίδιος να μαζέψει από τη μαύρη αγορά τα πλαστά πιστοποιητικά καραμανλισμού;

Φαίνεται ότι το ερώτημα απασχόλησε την πρόσφατη ολομέλεια των τομεαρχών της Ν.Δ., στην οποία μετέχει ο Κώστας Αχιλλέως Καραμανλής. Αφορμή ήταν η νέα προσπάθεια του Καμμένου να εμφανιστεί στη Βουλή ως κληρονόμος του καραμανλισμού. Η –μάλλον ομόφωνη μεταξύ των επιφανέστερων από τους τομεάρχες– ιδέα ήταν ότι ο Κώστας Αχιλλέως είναι τουλάχιστον ληξιαρχικά εξοπλισμένος για να αφαιρέσει από τον πρόεδρο των ΑΝΕΛ το δίπλωμα του καραμανλικού.

Το δοκίμασε χθες, κατατάσσοντας τον Καμμένο στους οπορτουνιστές και τους έξαλλους λαϊκιστές. Ο Καμμένος, είπε, δεν πιστεύει στη «δωρικότητα» και στη «σοβαρότητα» – τις κατεξοχήν καραμανλικές αξίες.

Πρόκειται για ορισμό που υπερασπίζεται τον καραμανλισμό ηθικά και στυλιστικά, χωρίς να τον διαχωρίζει από τον νεοκαραμανλισμό. Εναν ανώδυνο πολιτικά ορισμό που, καταφεύγοντας σε αφηρημένες αξίες, παρασιωπά το διακριτό και μετρήσιμο νεοκαραμανλικό αποτύπωμα στη νωπή Ιστορία.

Παραδόξως, τα ίδια μέσα φλου ηθικολογίας επιστρατεύει και ο Αλέξης Τσίπρας κάθε φορά που βρίσκει ευκαιρία να απευθύνει έπαινο στον πρώην πρωθυπουργό, εξαίροντας, ας πούμε, το «κοινοβουλευτικό του ήθος».

Ψιλά γράμματα. Τέτοιοι συνειρμοί δεν βρίσκουν γείωση στη βάση της Ν.Δ. Οπως το λέει, χωρίς να κρύβει τον σαρκασμό του, «γαλάζιο» στέλεχος της νεότερης γενιάς, «μιλάτε για τη βάση της Νέας Δημοκρατίας σαν να την ξέρετε. Αλλά τι νομίζετε πως είναι η βάση; Οι αναγνώστες της “Καθημερινής”;».

Τι νιώθει, λοιπόν, η βάση που δεν νιώθουμε; Πολύ απλά, λένε, ότι ο Βενιαμίν των Καραμανλήδων στηρίζει ενεργά τον πρόεδρο του κόμματος. Αυτή η στάση δεν εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη της ηγεσίας – που, ακόμη κι αν καταφέρει να προηγηθεί με είκοσι μονάδες στις δημοσκοπήσεις, δεν θα έχει εξαλείψει όλες τις εστίες εσωκομματικής φαγούρας. Εξυπηρετεί ταυτόχρονα και την αυτοεικόνα των Καραμανλήδων, που ανέκαθεν αυτοσυστήνονταν ως «θεσμικοί παίκτες». Ως διαχρονικοί εγγυητές της παράταξης, που δεν στέργουν να αναμειχθούν στην εσωκομματική κουζίνα, ούτε επιτρέπουν στον εαυτό τους να εκδηλώσει αμφισβήτηση κατά του εκάστοτε προέδρου του κόμματος.

«Ολοι καραμανλικοί είμαστε», είπε χθες ο Κώστας Αχιλλέως. Εννοούσε «όλοι στη Ν.Δ.». Αλλά κι εκτός Ν.Δ., το πιο εύκολο είναι να δηλώνεις καραμανλικός – ή να σε δηλώνουν. Καραμανλικός, βεβαίως, ο Αντώναρος. Καραμανλικός όμως και ο Τσιτουρίδης. Καραμανλικός και ο Παπαγγελόπουλος. Καραμανλικός, έστω και θετός, έχει φτάσει να λογίζεται μέχρι και ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης.

Οπως κι αν ορίζουν την κληρονομιά τους και τον κομματικό τους ρόλο οι εξ αίματος Καραμανλήδες, οι εξ αγχιστείας επίγονοι είναι τόσο πολλοί –και τόσο εκδηλωτικοί– που καταφέρνουν εκείνοι να διαμορφώνουν το περιεχόμενο του επιθέτου «καραμανλικός».

Ο αντίλογος είναι ότι όποιος τσουβαλιάζει έτσι τόσες προσωπικές ατζέντες, δεν έχει μάθει να ακούει τη σιωπή του Καραμανλή.

Και να είχε μάθει να την ακούει, τόση σιωπή μπορεί να τον είχε κιόλας κουφάνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ