ΚΟΣΜΟΣ

Γερμανία: Η... παράδοξη απόφαση για το NPD

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ο πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά την άφιξή του για την ανάγνωση της απόφασης περί απαγόρευσης του νεοναζιστικού κόμματος στην Καλσρούη, στις 17 Ιανουαρίου. Είναι ίσως η μεγαλύτερη σε έκταση απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γερμανία

Πώς γίνεται ένα κόμμα να κρίνεται αντισυνταγματικό, αλλά ταυτόχρονα να δικαιούται να συμμετέχει στις εκλογές, λειτουργώντας όπως οποιοδήποτε νόμιμο κόμμα; Η σχετική ιστορική απόφαση, έκτασης 300 σελίδων, του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης απασχολεί ήδη την επικαιρότητα της χώρας από τις 17 Ιανουαρίου 2017. Είναι ίσως η μεγαλύτερη σε έκταση απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, ξεπερνώντας και εκείνη της αναστολής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας το 1956. Το ίδιο δικαστήριο, προ δύο μηνών, αποφάνθηκε ότι το νεοναζιστικών αποχρώσεων NPD είναι, μεν αντισυνταγματικό, διότι προγραμματικά αποσκοπεί στην αναστολή των βασικών αρχών της δημοκρατίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του κράτους δικαίου, ωστόσο δεν συνιστά απειλή προς τη δημοκρατία και, συνεπώς, μπορεί να συνεχίσει τη δράση του κανονικά.

Η όλη ιστορία, όμως, ξεκινά το 2013, όταν η Bundesrat –το σώμα που εκπροσωπεί τις κυβερνήσεις των 16 κρατιδίων της Γερμανίας– προσφεύγει στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο κατά του NPD, με απώτερο στόχο να κριθεί αντισυνταγματικό και να ανασταλεί η λειτουργία του. Βασικό επιχείρημα ότι το πρόγραμμα και η δημόσια παρουσία του κόμματος, καθώς και οι εγκληματικές πράξεις μελών του συνηγορούν στην κήρυξή του ως αντισυνταγματικού και παράνομου.

Δεν είναι, ωστόσο, η πρώτη φορά που πολιτειακός φορέας προσφεύγει κατά του NPD. Το 2001, η κυβέρνηση Σρέντερ, η ομοσπονδιακή Βουλή και η Bundesrat, με πρωτοβουλία της πρώτης, θέτουν ζήτημα αντισυνταγματικότητας του NPD και προσφεύγουν στο εν λόγω δικαστήριο. Η υπόθεση, όμως, δεν έφτασε καν στη φάση της ακρόασης, αφού προανακριτικά προέκυψε μεγάλο θέμα σχετικά με τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στην παρακολούθηση του NPD. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι επί της αρχής δεν θα ήταν μία δίκαιη δίκη, αφού αποδεικνύεται ότι το κράτος διατηρούσε πληρωμένους πληροφοριοδότες εντός του NPD και, μάλιστα, άτομα τα οποία έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του προγράμματος και στις πρακτικές του κόμματος. Η προσφυγή του 2001 μπήκε, τελικά, στο αρχείο το 2003.

Παρά ταύτα, δέκα χρόνια μετά, η Bundesrat αποφασίζει να ανακινήσει το θέμα, έστω και μόνη της αυτή τη φορά. Η κυβέρνηση Μέρκελ και η ομοσπονδιακή Βουλή δεν ακολούθησαν, καθώς έκριναν ότι θα ήταν άλλη μία χαμένη υπόθεση. Και δεν είχαν άδικο. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη... μη απόφαση του 2003, ωστόσο, η Bundesrat φροντίζει να προσκομίσει όλα τα έγγραφα που αποδείκνυαν ότι οι μυστικές υπηρεσίες δεν είχαν καμία ανάμειξη με το NPD. Γνώστες των καταστάσεων λένε στην «Κ», εντούτοις, ότι το κόμμα πάντοτε τελεί υπό παρακολούθηση, αν και «η Γερμανία έχει σοβαρότερα προβλήματα στο κεφάλι της: την AfD, την Ε.Ε., το ευρώ και τον Τραμπ».

Από το 2013, με την προσφυγή της Bundesrat, τουλάχιστον τρία γραφεία ήταν αναστατωμένα έως τη 17η του περασμένου Ιανουαρίου: των δύο καθηγητών Νομικής που εκπροσωπούσαν την Bundesrat, του δικηγόρου του NPD και οπωσδήποτε του εισηγητή δικαστή του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης. Δικαστικός, που παρακολούθησε στενά τις επίσημες και τις άτυπες συνομιλίες εντός της αιθούσης, κάνει λόγο για πρωτόγνωρη εμπειρία, καθώς οι 300 σελίδες της απόφασης είναι αποτέλεσμα μελέτης 1.000 και πλέον σελίδων που εντάχθηκαν στη δικογραφία. «Είδα πώς λειτουργεί η δημοκρατία από μέσα», λέει ο ίδιος στην «Κ».

Οι δύο επίμαχες σελίδες

Στην απόφαση, ωστόσο, υπάρχουν δύο σελίδες που, ενώ αρχικά είχαν περάσει στα ψιλά, έχουν αρχίσει να καταλαμβάνουν χώρο στον δημόσιο διάλογο. Είναι η πρώτη φορά που αυτό το δικαστήριο κάνει ανοιχτά, αν και συγκεκαλυμμένα, πολιτική. Στις δύο επίμαχες σελίδες της απόφασης, προτείνει στο κοινοβούλιο, αφού το NPD είναι αντισυνταγματικό, να διακόψει την ετήσια κρατική ενίσχυση προς αυτό, οδηγώντας στην πλήρη αναστολή της λειτουργίας του, αφού είναι ένα κόμμα απομονωμένο και φτωχό – εξάλλου, γι’ αυτόν τον λόγο δεν κρίθηκε παράνομο.

Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, καθώς, εφόσον το NPD «κέρδισε» τη δίκη, το δικαστήριο αναμενόταν να διατάξει την αποζημίωση του κόμματος για τα δικαστικά του έξοδα, τα οποία, σύμφωνα με όσους γνωρίζουν, υπερέβησαν τις 100.000 ευρώ.

Ο κανονισμός, ωστόσο, του εν λόγω δικαστηρίου αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των δικαστών να κρίνουν το μέλλον της αποζημίωσης. Απεφάνθη, λοιπόν, ότι δεν θα αποζημιώσει το NPD, επικαλούμενο την αντισυνταγματικότητά του – κάτι που, επίσης, οδηγεί στην οικονομική αποστράγγιση και, άρα, περαιτέρω περιθωριοποίηση του κόμματος.

Δικαστικοί κύκλοι αποκαλύπτουν στην «Κ» ότι πίσω από τις κλειστές πόρτες, οι συζητήσεις ήταν, μεν, «γερμανικά» προσκολλημένες στο γράμμα του νόμου, από την άλλη, όμως, υπήρχε έντονη πολιτική διάσταση σε αυτές, όπως, άλλωστε, αποδεικνύεται από τις δύο αυτές «πολιτικές» κινήσεις του δικαστηρίου. Μάλιστα, δικαστικές πηγές αναφέρουν στην «Κ» ότι υπήρξε επιμονή του εισηγητή στην επίμαχη παραίνεση διακοπής της χρηματοδότησης του NPD, αν και το βασικό αντεπιχείρημα ήταν ότι, στην πραγματικότητα, το δικαστήριο αναθέτει μία ακόμη υπόθεση στον... εαυτό του. Κοντολογίς, αν διακοπεί η χρηματοδότηση από το κράτος –κάτι που είναι σχεδόν υποχρεωμένο να κάνει, εφόσον το προβλέπει η απόφαση του δικαστηρίου–, το NPD θα προσφύγει κατά της απόφασης του κοινοβουλίου και πιθανότατα θα κερδίσει, με το επιχείρημα ότι καταστρατηγείται η ισότιμη μεταχείριση των κομμάτων.

Η έτερη πολιτικής υφής συζήτηση που έγινε μεταξύ των δικαστών, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν εάν το NPD θα μετέφραζε μία «υπέρ» του απόφαση σε λαϊκή στήριξη. Υπήρξαν πολλές φωνές που θεωρούσαν ότι σε μία τέτοια περίπτωση το NPD θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι «τώρα είμαστε νόμιμοι, ορίστε η απόφαση, δεν υπάρχει πρόβλημα με το να είναι κανείς νεοναζί», όπως λέγεται χαρακτηριστικά.

Η Χρυσή Αυγή

«Ελήφθησαν υπ’ όψιν αντίστοιχες περιπτώσεις σε άλλες χώρες. Εξάλλου, οι δικαστικοί διατηρούν διεθνείς επαφές και επικοινωνούν με άλλα συνταγματικά δικαστήρια. Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής, αν και αναδείχθηκε ως παράδειγμα, δεν απασχόλησε ιδιαιτέρως το Δικαστήριο. Αν το είχε απασχολήσει, θα είχαμε άλλη απόφαση...» λένε δικαστικές πηγές της Γερμανίας στην «Κ». «Ισως η δημοκρατία μας βγαίνει πιο δυνατή ύστερα από αυτό, αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν χρειαζόμαστε ένα δικαστήριο για να την “περιθάλψει”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ