ΠΟΛΗ

ΑΠΘ: Το πανεπιστήμιο που άλλαξε την πόλη

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Πανοραμική της πανεπιστημιούπολης και της ΔΕΘ, 1970 (Τεκμήρια Φωτογραφικού Αρχείου 1900-1980).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πανεπιστημίου-πόλις Θεσσαλονίκης. Μια πόλη χτισμένη μέσα στην πόλη. Σχεδιασμένη εξαρχής στην καρδιά μιας μεγαλούπολης. Πολύβουη, ζωντανή, αποτελεί μια όαση 430 στρεμμάτων στο πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον, παρά τα προβλήματα της παραβατικότητας και τα σημάδια της φθοράς στο κτιριακό της απόθεμα.

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μπορεί να συμπληρώνει 90 χρόνια, αλλά το πολεοδομικό σχέδιο για το πρώτο πανεπιστημιακό campus της χώρας κλείνει έναν αιώνα και το πρώτο του κτίριο 129 χρόνια λειτουργίας. Στη διάρκεια της εκατονταετίας, η οργάνωση του πανεπιστημιακού campus για το μεγαλύτερο και πληρέστερο σε επίπεδο γνωστικών αντικειμένων τριτοβάθμιο δημόσιο ίδρυμα της χώρας σηματοδότησε την αστική ταυτότητα της νεότερης και σύγχρονης Θεσσαλονίκης.

Ποια είναι, όμως, η αρχιτεκτονική και η πολεοδομική της σύνθεση; Ποιες υπογραφές, ποιες τάσεις αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και ποιες ανάγκες έχουν διαμορφώσει τη σημερινή του εικόνα; Ποια κριτήρια και ποια αρχιτεκτονική γλώσσα ακολούθησαν οι σχεδιαστές της για την ανέγερση των κτιρίων της; «Η πανεπιστημιούπολη είναι μια μοναδική νησίδα μοντέρνας αστικής και αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Ενας προνομιακός τόπος εφαρμογής νεωτερικής αρχιτεκτονικής», συμπυκνώνει την περιγραφή του ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ Νίκου Καλογήρου, ο οποίος μελέτησε τον πολεοδομικό/αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, για πρώτη φορά στο σύνολό του, μέσα από το ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της χώρας.

Η επετειακή έκθεση «ΠανεπιστημιουΠΟΛΗ ΑΠΘ 90+ χρόνια λειτουργίας/100+ χρόνια σχεδιασμού» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και ένας ογκώδης τόμος («Η Πανεπιστημιούπολη του ΑΠΘ», εκδόσεις University Studio Press) μας ξεναγούν στις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις και σε όλες τις διαδοχικές φάσεις του εκτενούς χώρου: Από την πρώτη εκπαιδευτική της λειτουργία στο διδακτήριο που σχεδίασε ο Βιταλιάνο Ποζέλι το 1888 (κτίριο της σημερινής Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής) έως τα πρόσφατα κτίρια-τοπόσημα της αυγής του 21ου αιώνα.

«Η ίδρυση και η επιλογή της χωροθέτησης στο κέντρο της διευρυμένης πόλης ήταν ένα φιλόδοξο για την εποχή εγχείρημα σε ένα δύσκολο γήπεδο. Είχε να αντιμετωπίσει την ιδεολογική φόρτιση των προϋφισταμένων χρήσεων σε μια έκταση που καταλαμβανόταν από τα εβραϊκά νεκροταφεία και από “προσωρινές” εγκαταστάσεις πυροπαθών και προσφύγων (συνοικισμός Αγίας Φωτεινής). Αυτό απαίτησε μεγάλο χρονικό διάστημα, ισχυρή πολιτική βούληση, η οποία άμεσα ή έμμεσα απέβλεπε να δημιουργήσει ένα πεδίο πολιτισμικού και εκπαιδευτικού εποικισμού για την ολοκλήρωση του νεοελληνικού κράτους», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Καλογήρου.

Τρεις φάσεις εκσυγχρονισμού σημάδεψαν τη εξέλιξή της. Ταυτίζονται με πολιτικές αποφάσεις ισάριθμων ηγετών: του Ελευθέριου Βενιζέλου, του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου (νόμος-πλαίσιο). Η ατυχής ολική καταστροφή των εβραϊκών νεκροταφείων στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1942) και αργότερα η απομάκρυνση του προσφυγικού συνοικισμού άνοιξαν τον δρόμο για τολμηρές αρχιτεκτονικές εφαρμογές. Η μοντέρνα πανεπιστημιούπολη αναδύεται κυρίως στα μεταπολεμικά χρόνια, με μοναδικά έργα αρχιτεκτόνων (Πάτροκλου Καραντινού, Νίκου Κακούρη, Κ. Παπαϊωάννου, Κ. Φινέ). Ο Νίκος Μητσάκης ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, αλλά ο πρόωρος θάνατός του δεν επέτρεψε την ολική υλοποίηση του σχεδιασμού του. Το μοναδικό δείγμα γραφής το οποίο ολοκλήρωσε ο Καραντινός είναι το λιτό κτίριο της Γεωπονοδασολογικής Σχολής, ωστόσο η μελέτη του –είχε εκπονηθεί αρχικά από τη γερμανική εταιρεία Siemens et Halske το 1931-32– αποτέλεσε μια πρώιμη φιλόδοξη πρόταση για την πολεοδομική και κτιριακή οργάνωση των νέων πανεπιστημιακών κτιρίων.

Καθοριστικό ήταν το σχέδιο πολεοδομικού προγράμματος –επικυρώθηκε το 1949–, ενώ τις δεκαετίες ’50 και ’60 χτίζονται τα πιο εμβληματικά κτίρια της πανεπιστημιούπολης: Μετεωροσκοπείο (1950), Χημείο (1951), Νέα Φιλοσοφική, Γεωπονική, Φυσικομαθηματική, Ιατρική και Κτηνιατρική, φοιτητικές εστίες, Λέσχη, Πολυτεχνική και το κεντρικό συγκρότημα (πρυτανεία, αίθουσα τελετών, ΝΟΕ, Βιβλιοθήκη, Θεολογική). Είναι κυρίως κτίρια λιτά, λειτουργικά χωρίς διακόσμηση (μοντερνισμός της ύφεσης) με καθαρές γραμμές, αδρά υλικά και εμφανές μπετόν. Μόνο στη μετανεωτερική φάση εμφανίζονται κτίρια με πολυτελή υλικά. Το Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών, ο κυλινδρικός «πύργος» της Παιδαγωγικής Σχολής, το κόκκινο κτίριο του Κέντρου Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων και η νέα μονάδα της κεντρικής Βιβλιοθήκης σηματοδοτούν τη μετάβαση στον 21ο αιώνα.

«Οι καινοτομίες ευδοκιμούν ακόμη και σε δύσκολες συγκυρίες (δικτατορίες, Κατοχή, Εμφύλιος)», παρατηρεί ο κ. Καλογήρου. «Η σημερινή περιρρέουσα οικονομική και κοινωνική κρίση δεν επιτρέπει αισιόδοξες προοπτικές, ωστόσο ίσως εμπεριέχει σπέρματα ανανέωσης. Απαιτούνται όμως ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του δημόσιου πανεπιστημίου». Οι στρατηγικά χωροθετημένες κεντρικές εγκαταστάσεις, εξηγεί, σε συνδυασμό με τους ειδικούς όρους δόμησης (μέγιστο συντελεστή 1,0), δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την αναβάθμιση του. Μια ανάπλαση με περιβαλλοντική προσέγγιση, με ελάχιστα χρήματα, μπορεί όχι μόνον να αναδείξει και να προστατεύσει το αρχιτεκτονικό σύνολο, αλλά και να αλλάξει το τοπίο της μικρής αυτής πόλης.

​​Ο τόμος θα παρουσιαστεί τις 6 Απριλίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Δημήτρη Καιρίδη, Πάνο Τζώνο, Παναγιώτη Τουρνικιώτη και τον δημοσιογράφο Γιώργο Τούλα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη