Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Η Ευρώπη γηράσκουσα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ρεις από τους τέσσερις επικρατέστερους υποψηφίους για το προεδρικό αξίωμα της Γαλλίας κατηγορήθηκαν στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για σχέσεις ή συμπάθειες με τον Pώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Πρόκειται για τον γκωλικό Φρανσουά Φιγιόν, τον ακροαριστερό Ζαν-Λικ Μελανσόν, την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν.

Για δύο εκ των τριών, τον κ. Φιγιόν και την κ. Λεπέν – αμφότεροι δεξιοί– η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη της Γαλλίας κίνησε διαδικασίες περί οικονομικών σκανδάλων, αφορώντων τη δημιουργία πλασματικών θέσεων εργασίας. Από τα δύο μεγαλύτερα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, πρωτίστως οι Σοσιαλιστές υπό τον κ. Μπενουά Αμόν και ενδεχομένως οι γκωλικοί απειλούνται με ήττα ταπεινωτική.

Ο πλέον αποτυχημένος πρόεδρος της Γαλλίας, ο Φρανσουά Ολάντ, δεν τόλμησε να διεκδικήσει την επανεκλογή του, και πρώτος στις δημοσκοπήσεις είναι ένας ευνοούμενός του, ο κ. Εμανουέλ Μακρόν, πρώην τραπεζίτης, υπουργός Οικονομίας και στέλεχος του οίκου Ρόθτσιλντ.

Ιδεολογικά ο κ. Μακρόν δηλώνει «αριστερός και φιλελεύθερος», και ο δρ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο πυλώνας της γερμανικής Δεξιάς, είπε πως πιθανόν να τον ψήφιζε, εάν ήταν Γάλλος. Εάν τα προαναφερθέντα δεν συνθέτουν εικόνα αποσυνθέσεως της γαλλικής πολιτικής σκηνής, τότε ασφαλώς πρόκειται περί φάρσας.

Αλλά ατμόσφαιρα πολιτικής αποδιοργανώσεως δεν συναντάται μόνον στη Γαλλία. Μετά την ανατροπή του κ. Σίλβιο Μπερλουσκόνι το 2011, που ηγήθηκε τεσσάρων κυβερνήσεων –δύο από τις οποίες ήταν και οι μακροβιότερες στην ιστορία της Ιταλικής Δημοκρατίας–, υπήρξαν τέσσερις εντολοδόχοι και όχι άμεσα εκλεγέντες πρωθυπουργοί. Σοφό το σύστημα ασφαλώς, αλλά ιδιότυπο.

Πολιτική σταθερότης με την απόλυτη έννοια της λέξεως χαρακτηρίζει μόνον τη Γερμανία, την ισχυρότερη οικονομικώς χώρα –μακράν των άλλων κρατών-μελών της Eυρωζώνης–, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών του προσεχούς Σεπτεμβρίου. Αλλά, καλώς ή κακώς, υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι η αντίληψη σταθερότητος, όπως αυτή εκπορεύεται από το Βερολίνο, ενσπείρει την αστάθεια όχι απλώς στον Νότο, αλλά και στη Γαλλία πλέον. Πέραν τούτου, η μεταναστευτική πολιτική της καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ υπήρξε η αφορμή για την εισαγωγή νέων εντάσεων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και στην Αυστρία, και ίσως στην πολιτική αυτή να οφείλεται η υπερψήφιση της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε.

Αναμφιβόλως, η Γερμανία είναι η χώρα όπου τα δύο ιστορικά κόμματα –το Χριστιανοδημοκρατικό και το Σοσιαλδημοκρατικό– δεν έχουν υποστεί ουσιαστική φθορά. Αλλά σε μια περίοδο κατά την οποία αρχίζουν να εμφανίζονται τάσεις πολιτικής ανατροπής, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, σε όλη την Ευρώπη, το Βερολίνο δεν αποτελεί πηγή πολιτικής εμπνεύσεως. Η κ. Μέρκελ, ο δρ Σόιμπλε, ο κ. Σουλτς είναι προβλέψιμοι, παλαιοί, και επί της ουσίας απλώς εθνικιστές και πείσμονες. Εχει κανείς την αίσθηση πως η ηπειρωτική Ευρώπη πάσχει, όχι απλώς από δημογραφικό, αλλά κυρίως από πολιτικό γεροντισμό, ανεξαρτήτως ηλικίας όσων διεκδικούν την εξουσία.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία μπορεί κανείς με τρόπο κατηγορηματικό και αβιάστως να υποστηρίξει ότι η κ. Λεπέν και ο κ. Μελανσόν δεν αποτελούν διέξοδο ή λύση. Ωστόσο, και ο κ. Μακρόν δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί φορέας αλλαγής, καθώς εκπροσωπεί σύστημα σε φάση σοβαρής δοκιμασίας. Αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα των Γάλλων ψηφοφόρων στις σημερινές εκλογές, που διεξάγονται υπό το βάρος της πρόσφατης τρομοκρατικής επιθέσεως. Ας το λύσουν, λοιπόν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ