ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Χέμινγουεϊ προς την Ντίτριχ: «Αγαπημένη μου, Μαρλέν...»

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ στο λιμάνι της Αβάνας το 1934, έχοντας ψαρέψει έναν ξιφία Μάρλιν. Δεξιά, η Μαρλέν Ντίτριχ το 1931. Γνωρίστηκαν το 1934 και συνέχισαν να επικοινωνούν για σχεδόν 30 χρόνια.

Χωρίς την παρουσία των χαρούμενων ή λυπημένων emojis στα σύγχρονα ηλεκτρονικά μηνύματα, η επικοινωνία μεταξύ των δύο κράτησε σχεδόν  30  χρόνια. Αντικατοπτρισμός του έρωτα που τους ένωνε, που όμως ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, γιατί όπως έλεγε εκείνος, είχαν πέσει «θύματα ενός ασυγχρόνιστου πάθους».


Ενα γράμμα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ με παραλήπτη τη Μαρλέν Ντίτριχ αποτελεί έναν από τους δυνατούς πόλους έλξης της δημοπρασίας που διοργανώνει ο οίκος Swann Auction Galleries στη Νέα Υόρκη στις 4 Μαΐου (την ίδια ημέρα, το σφυρί θα χτυπήσει και για τρία χειρόγραφα προσχέδια μιας διάλεξης που έδωσε ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ κατά την επίσκεψή του στην Αμερική το 1894). Πρόκειται για τρεις χειρόγραφες σελίδες τις οποίες ο Αμερικανός συγγραφέας συνέταξε στις 12 Αυγούστου του 1952 στη Finca Vigia, την κουβανέζικη χασιέντα στην οποία έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του «Για Ποιον Χτυπάει η Καμπάνα» αλλά και το «Ο Γέρος και η Θάλασσα».

«Με αγάπη, Papa»

Η νουβέλα, η οποία εξιστορεί τις περιπέτειες ενός ψαρά που παλεύει για να διασώσει από τους καρχαρίες έναν τεράστιο ξιφία Μάρλιν που ψάρεψε στα κουβανέζικα νερά απέσπασε το Βραβείο Πούλιτζερ το 1953 και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απονομή του με το βραβείο Νομπέλ ένα χρόνο αργότερα (μεταφέρθηκε και στο σινεμά το 1958 με πρωταγωνιστή τον Σπένσερ Τρέισι). Το «Ο γέρος και η θάλασσα» αποτελεί την επιτομή της περίφημης φράσης του Αμερικανού συγγραφέα, σύμφωνα με την οποία, «ένας άνθρωπος μπορεί να συντριβεί· δεν μπορεί ποτέ όμως να ηττηθεί».

Διόλου τυχαία, η κλασική σήμερα νουβέλα του Χέμινγουεϊ αναφέρεται στις αυγουστιάτικες αράδες. Το «Ο Γέρος και η Θάλασσα» έκανε το ντεμπούτο του στο περιοδικό Life την 1η Σεπτεμβρίου του 1952, μια εκδοτική επιλογή η οποία κρατήθηκε «σαν ένα στρατιωτικό μυστικό», όπως γράφει στο γράμμα του ο συγγραφέας.

Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 18 Αυγούστου, ο Γουίνθροπ Σάρτζεντ υπέγραφε ένα άρθρο, «η Ντίτριχ και ο Μαγικός της Μύθος» στο ίδιο περιοδικό. Το αφιέρωμα παρουσίαζε, μεταξύ άλλων, μια φωτογραφία της ηθοποιού στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, όπου σ’ ένα τραπέζι μια φωτογραφία του Χέμινγουεϊ έφερε την υπογραφή του, «Με αγάπη, Papa», το αγαπημένο παρατσούκλι του συγγραφέα.

Το γράμμα αποτελεί απάντηση σε τηλεγράφημα της ηθοποιού αλλά και μιας κακής ποιότητας τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε, κατά την οποία «δεν άκουγα την υπέροχη φωνή σου και αποχαιρετηθήκαμε σαν άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον και δεν αγαπάει ο ένας τον άλλον...», εξηγεί ο Χέμινγουεϊ.

«Θέλω να ξέρεις ότι σε αγαπάω πάντα και ότι σε ξεχνώ καμιά φορά όπως ξεχνώ ότι χτυπάει η καρδιά μου. Ομως χτυπάει πάντα», συνεχίζει. «Σ’ αγαπάω πάντα και σε θαυμάζω πάντα και έχω ένα σωρό μπερδεμένα συναισθήματα για εσένα...». Γράφει επίσης ο συγγραφέας του «Αποχαιρετισμός στα Οπλα» ότι θα ήθελε τα πράγματα να ήταν «απλά, όπως κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, όταν μπορείς απλώς να κάνεις το καθήκον σου και μπορεί να σκοτωθείς».

Αν και το μεγαλύτερο μέρος της πολύχρονης αλληλογραφίας μεταξύ του Χέμινγουεϊ και της Ντίτριχ βρίσκεται σήμερα στη βιβλιοθήκη Τζον Φ. Κένεντι της Βοστώνης, μερικά γράμματα τα οποία πέρασαν στα χέρια των εγγονών της έχουν κάνει την εμφάνισή τους και σε άλλες δημοπρασίες. Οπως εκείνο με τις έντονες ερωτικές αιχμές που γράφτηκε το 1955 και πωλήθηκε το 2014. Στις δύο δακτυλογραφημένες σελίδες του, ο Χέμινγουεϊ φαντάζεται την Ντίτριχ «μεθυσμένη και γυμνή» πάνω στην σκηνή και της εξηγεί ότι δεν επιθυμούσε ποτέ να «μπλέξει» επαγγελματικά μαζί της.

Ηδη γιαγιά

Το 1952, ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος Χέμινγουεϊ (γεννήθηκε το 1899) ήταν παντρεμένος με την τελευταία του σύζυγο, Μέρι Γουέλς, ενώ η Γερμανίδα ντίβα ήταν ήδη γνωστή ως η «πιο λαμπερή γιαγιά του κόσμου», τίτλος που της είχε ήδη «απονεμηθεί» από το 1948, χρονιά που η μοναχοκόρη της Μαρία Ρίβα είχε φέρει στον κόσμο τον εγγονό της, Τζον.

Στο υστερόγραφό του εκείνο τον Αύγουστο, ο Χέμινγουεϊ επιχειρεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον της Ντίτριχ και την ενθαρρύνει να τον επισκεφθεί: «...Η πισίνα είναι δροσερή έως κρύα, και ο ωκεανός υπέροχος. Θα σου συστήσω τον Γέρο. Η πόλη είναι διασκεδαστική τη νύχτα, γεμάτη από εκτοπισμένους τζογαδόρους...». Ο μύθος του «Χεμ» στην Κούβα διατηρείται και μέσα από την αλληλογραφία του λοιπόν. Η Finca Vigia απαλλοτριώθηκε από την κυβέρνηση της Κούβας το 1960 και σήμερα είναι μουσείο. Ο Χέμινγουεϊ αυτοκτόνησε στο Αϊντάχο το 1961, ακριβώς όπως είχε κάνει και ο πατέρας του πολλές δεκαετίες πριν, ενώ η Ντίτριχ πέθανε απομονωμένη στην ηλικία των 90, στο διαμέρισμά της στη λεωφόρο Montaigne στο Παρίσι το 1992.

Ο νεοϋορκέζικος οίκος εκτιμά ότι η αξία των λέξεων του «Papa» κυμαίνεται μεταξύ 20.000 και 30.000 δολαρίων. Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες είναι συχνά οι πιο δυνατοί.

Αμοιβαία έλξη από την αρχή

Ο Ερνεστ και η Μαρλέν γνωρίστηκαν σ’ ένα γαλλικό υπερωκεάνιο το 1934 και η έλξη ήταν αμοιβαία. Εκείνη ήταν γνωστή για τις έντονες περιπέτειες που είχε και με τα δύο φύλα, ενώ εκείνος λάτρευε τις ταυρομαχίες και τις γυναίκες, παντρεύτηκε άλλωστε τέσσερις φορές. Ο Χέμινγουεϊ, μέλος της «Χαμένης Γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών και θαρραλέος πολεμικός ανταποκριτής. Η Ντίτριχ, ο «Μπλε Αγγελος» που απαρνήθηκε τη γερμανική υπηκοότητα για να αποκτήσει την αμερικανική το 1939, στάθηκε στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ