Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Εμανουέλ Μακρόν
Πότε (δεν) χάνει ο λαϊκισμός

Α​​υστρία, Ολλανδία, Γαλλία. Επιτέλους! Η φούσκα του λαϊκισμού σκάει. Οι δυνάμεις της λογικής, οι δυνάμεις υπεράσπισης της Ευρώπης και της φιλελεύθερης δημοκρατίας δείχνουν ότι είναι πολύ γερά ριζωμένες στην Ιστορία για να υποκύψουν στα κόλπα των δημαγωγών. Οταν ένας ακομπλεξάριστα φιλελεύθερος υποψήφιος καταφέρνει, ανεμίζοντας τη σημαία της Ε.Ε., να πάει κόντρα στο ρεύμα και να το νικήσει, τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;

Το κύμα ενθουσιασμού που πυροδότησε η νίκη του Εμανουέλ Μακρόν φάνηκε τόσο επιπόλαιο, όσο και οι προφητείες που, μετά το Brexit και την επικράτηση του Τραμπ, προεξοφλούσαν το τέλος της δυτικής δημοκρατίας. Επιπόλαιο, όχι μόνο επειδή η επικράτηση του ευρωπαϊστή αστέρα της γαλλικής πολιτικής δεν είναι ακόμη οριστική. Αλλά επειδή ακόμη και η ανάδειξή του στην προεδρία εις βάρος της Λεπέν δεν θα ισοδυναμεί με το τέλος του λαϊκισμού. Δεν θα ισοδυναμεί καν με το τέλος του λεπενισμού.

Οι πιστοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας επεσήμαιναν ότι ο λαϊκισμός είναι μια μέθοδος διεκδίκησης μόνο και όχι άσκησης της εξουσίας. Το δημαγωγικό ψέμα είναι καταδικασμένο να ξεφουσκώσει με το που θα εξοπλιστεί με κυβερνητική εξουσία. Η μετα-αλήθεια εξατμίζεται με την πρόσκρουσή της στην αλήθεια.

Η ανάλυση αυτή δεν ήταν λάθος. Αποδείχτηκε όμως πολύ ηθικολογική για να προβλέψει τις πραγματικές αντοχές του λαϊκισμού. Οπως δείχνει το πρωτοπόρο ελληνικό παράδειγμα, η διάψευση των λαϊκιστών δεν συνεπιφέρει και την πτώση τους. Ακόμη και αποψιλωμένοι από τις βασικές προγραμματικές επαγγελίες τους –ακόμη και χωρίς κοινωνικά ερείσματα– μπορούν να συνεχίσουν να κυβερνούν, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στους θεσμούς, στη δημόσια σφαίρα και στη συλλογική ψυχολογία.

Οι εξελίξεις εδώ, αλλά και αλλού, στην Ελλάδα και στη Βρετανία, φαίνεται να δικαιώνουν όσους –όπως ο Cas Mudde– ισχυρίζονταν ότι το λαϊκιστικό φαινόμενο δεν είναι εφήμερη μόδα. Ερχεται από μακριά και το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει δεν αποτυπώνεται μόνο στις εκλογικές νίκες του. Το 2012, οι αντισυστημικές δυνάμεις στην Ελλάδα δεν επικράτησαν, αλλά το γεγονός ότι είχαν πετύχει τον κλονισμό του παραδοσιακού κομματικού συστήματος αποδείχτηκε μακροπρόθεσμα πως ήταν στρατηγική τους νίκη. Ποιος θα μπορεί να πει ότι η Λεπέν θα έχει χάσει, εάν την επόμενη Κυριακή φτάσει στο 40% που της δίνουν οι δημοσκοπήσεις; Ποιος μπορεί να πει ότι η ατζέντα της θα πάψει να διαβρέχει τη γαλλική και την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή;

Επιτυχία για τον Μακρόν δεν θα είναι μόνο να κερδίσει τις εκλογές, αλλά και να προλάβει να κυβερνήσει με αποτελέσματα που θα συνιστούν έμπρακτη διάψευση της Λεπέν. Και αντιστοίχως: Για να ηττηθεί ό,τι εκπροσωπούν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, θα χρειαστεί, μετά την εκπνοή της διακυβέρνησής τους, τουλάχιστον μια επιτυχημένη τετραετία.

Φώφη Γεννηματά
Ανακυκλώνοντας το εμφύλιο έπος

Ο​​ι αναλύσεις μας, λένε, είναι καταδικασμένες να πάσχουν από μια προκατάληψη υπέρ του παρόντος. Μια προκατάληψη που μας παρασέρνει να προσλαμβάνουμε ό,τι συμβαίνει σήμερα ως πρωτοφανές. Ετσι και με την εσωκομματική κρίση στο ΠΑΣΟΚ. Οι αναλύσεις τη βλέπουν ως σύμπτωμα της περιλάλητης pasokification: της απίσχνανσης των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων, που ξεκίνησε από την Ελλάδα προτού εκδηλωθεί σε όλα τα συγγενή κόμματα στην Ευρώπη – και προσγειώσει εσχάτως τον Αμόν στο 6,36%.

Ομως, το εσωκομματικό ρήγμα που ενεργοποιήθηκε στο ΠΑΣΟΚ –με την κίνηση της ομάδας Ανδρουλάκη να αμφισβητήσει τη διαδικασία του «προγραμματικού συνεδρίου» της Συμπαράταξης– δεν έχει κάτι νέο. Το αντίθετο. Μπορεί κανείς εύκολα να το συγκρίνει με τους παλιούς, επικούς πασοκικούς εμφυλίους. Μπορεί να αναγνωρίσει το αντανακλαστικό του κόμματος που πάντα παροχέτευε τις προσωπικές φιλοδοξίες σε φαγούρα επί της διαδικασίας. Μπορεί να δει ως συνέχεια της σαραντάχρονης παράδοσής του τη μεθοδολογία τόσο της ενέδρας των «αντιφρονούντων» όσο και της καταστολής τους: Τον παροπλισμό τους μέσω της de facto κατάργησης των οργάνων στα οποία είχαν επιρροή. Αυτήν την εμφύλια παράδοση έφτασαν μάλιστα να επικαλούνται οι συνεργάτες της Γεννηματά περίπου ως δεδικασμένο που επιτρέπει την υποκατάσταση της Κεντρικής Επιτροπής. Το ερώτημα είναι αν η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπεραντέδρασε, αναβαθμίζοντας σε εσωκομματική αντιπολίτευση μια δολιοφθορά που θα μπορούσε να είχε κατασιγάσει με ηπιότερα μέσα. Το ερώτημα είναι μήπως, αναγγέλλοντας έκτακτο συνέδριο του κόμματος, νομιμοποίησε τους αντιπάλους της, στρώνοντάς τους και το τερέν για να την αμφισβητήσουν.

Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τη γνήσια πολιτική διαφωνία πίσω από αυτούς τους βοναπαρτισμούς τσέπης. Είναι δύσκολο να τη διακρίνει, επειδή δεν υπάρχει. Οι ενστάσεις που έχουν ακουστεί μέχρι στιγμής από τους αμφισβητίες είναι επί των οργανωτικών και επί των βιογραφικών – «εμείς είμαστε νέοι», «δεν διοριστήκαμε», «δεν κάναμε υπουργοί».

Πρόκειται για ενστάσεις που με το περιορισμένο βεληνεκές τους μάλλον επιβεβαιώνουν τον στρατηγικό προσανατολισμό της Γεννηματά, παρά τον αμφισβητούν – καθώς, αν εξαιρέσει κανείς τον ηλικιακό ρατσισμό, ζητούν μόνο διαδικαστικές διορθώσεις. Σοβαρή πολιτική διαφωνία για τη στρατηγική υπάρχει και έχει διατυπωθεί, αλλά όχι από αυτούς που φιλοδοξούν σήμερα να συγκροτήσουν τον δεύτερο ενδοπασοκικό πόλο. Το ότι η Γεννηματά αντέδρασε με αρχηγική ανασφάλεια στην κίνηση που την αμφισβητεί προσωπικά, ενώ μέχρι σήμερα είχε αγέρωχα αψηφήσει την πολιτική κριτική, δεν είναι έκπληξη. Είναι μάλλον η αναμενόμενη αντίδραση μιας ηγεσίας που άκουγε περισσότερο το κοινό που στις κομματικές εκδηλώσεις της περιφέρειας παραπονιόταν επειδή κάποιο βέβηλο χέρι είχε σβήσει τον πράσινο ήλιο από το φόντο.

Τίποτε από όλα αυτά δεν προκλήθηκε από την pasokification. Απλώς όλα αυτά την κάνουν να φαίνεται ιστορικώς ανίατη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ