Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κατερίνα Μάρκου: Κόσκινα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Υπάρχουν ηθοποιοί που τους θυμάται κάποιος περισσότερο για τα διαζύγιά τους παρά για τους ρόλους που ενσάρκωσαν. Υπάρχουν και πολιτικοί που ξεχωρίζουν μάλλον στο σανίδι του παραγοντισμού παρά στη σκηνή τής όντως πολιτικής. Βουλευτής για λίγο περισσότερο από μία τετραετία και διάττων παράγων σε περισσότερα από δύο κόμματα, η Κατερίνα Μάρκου είναι τέκνο του 2012. Του μεγάλου εκλογικού κατακλυσμού που κονιορτοποίησε τα κομματικά τείχη.

Από την κοινοβουλευτική θητεία της δυσκολεύεται κανείς να θυμηθεί έστω ένα στιγμιότυπο – εκτός από τα σιωπηλά στιγμιότυπα που θηρεύουν οι φωτορεπόρτερ από τα θεωρεία. Η Μάρκου διέπρεψε κυρίως εξωκοινοβουλευτικά, με τη μεταγραφική κινητικότητά της και τους χειμάρρους μικροπολιτικής χολής που συνήθως τη συνοδεύουν.

Η πολιτική ηθικολογία καταγγέλλει αυτή την κινητικότητα ως «αποστασία». Φορέας αυτής της ηθικολογίας είναι σε αυτήν τη συγκυρία το Ποτάμι, που αποδίδει την αποψίλωσή του στον τυχοδιωκτισμό των πρώην βουλευτών του, ξεχνώντας ότι και η στελέχωση του ίδιου θα ήταν αδύνατη χωρίς τη ρευστοποίηση των κομματικών γραμμών. Χωρίς δηλαδή τον προσεταιρισμό στελεχών που είχαν θητεύσει σε παλαιότερους πολιτικούς σχηματισμούς.

Δεν έχει δικαίωμα η Μάρκου να αλλάξει γνώμη; Δεν έχει δικαίωμα να απογοητευτεί από τον Θεοδωράκη και να μαγευτεί από τον «ευθύ» και «ακομπλεξάριστο» Μητσοτάκη; Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Μάρκου αλλάζει τάχα «γνώμη». Το πρόβλημα είναι ότι, αντί για «γνώμη», η βουλευτίνα εκδηλώνει μόνο ως κολακεία μια καριερίστικη αγωνία που δεν μπαίνει καν στον κόπο της πολιτικής επίφασης.

Το τι κομίζει η Μάρκου στην πολιτική μπορούσε κανείς να το διαγνώσει και πριν από τη δημόσια εξομολόγηση των αισθημάτων της προς τον πρόεδρο της Ν.Δ. Το ερώτημα είναι τι έχει να αποκομίσει από τη Μάρκου –και από τους λοιπούς ξέμπαρκους μετεωρολόγους, διασκεδαστές και πολιτευτές– η Ν.Δ.;

Η ορθόδοξη απάντηση είναι ότι η Ν.Δ. έχει ανάγκη τα ανεξίθρησκα ανοίγματα. Ενα κόμμα που έχει ως στόχο την αυτοδυναμία δεν έχει την πολυτέλεια ενός, ας πούμε, μακρονικού εκλεκτικισμού. Δεν είναι, όπως ο Γάλλος σοσιαλφιλελεύθερος, ένα μονοπρόσωπο, γκουρμέ και ακομμάτιστο πολιτικό προϊόν. «Ωραίος είναι ο Μακρόν. Αλλά πήρε 24%. Εμείς πάμε να πάρουμε 40%», είναι η κοφτή εξήγηση που δίνει νεοδημοκρατικό στέλεχος.

Ο στρατηγικός στόχος της επίτευξης μιας πλειοψηφίας τέτοιου εύρους, που θα επιτρέψει τη συγκρότηση σταθερής κυβέρνησης, επιβάλλει στη Ν.Δ., σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, και τη στρατολόγηση ακόμη και προσώπων που μπορεί να προκαλούν αλλεργία στο κατεξοχήν νεομητσοτακικό κοινό. Στο μικρό κοινό που δεν υποψιάζεται τις εκλογικές προκλήσεις τις οποίες συναντά ένα συστημικό κόμμα σε περιφέρειες σαν αυτή όπου πολιτεύεται η Μάρκου.

Το δείχνουν και οι ελάχιστες μεταγραφές που έχει ήδη κάνει η Ν.Δ.: Δεν είναι προσθήκες ούτε κεντρώες, ούτε κεντροαριστερές, ούτε δεξιές. Είναι προσθήκες εκλογικές. Και στην άγρα δεν πηγαίνεις με κόσκινο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ