Είναι θέμα χρόνου η ιστορική Αγορά Μοδιάνο να μείνει στη μνήμη και στα φωτογραφικά ντοκουμέντα. Έναν αιώνα κουβαλάει σχεδόν στην πλάτη της. Βάρυνε πια από τα χρόνια, ρήμαξε από την εγκατάλειψη. Ερήμωσε. Άλλαξαν και οι εποχές, οι συνθήκες υγιεινής, οι καταναλωτικές συνήθειες, ο τρόπος διασκέδασης, η πολιτική, οι πολιτικοί, οι άνθρωποι. Μια σύγχρονη αγορά πρέπει να ξαναγεννηθεί.

Ο προτιμητέος επενδυτής του διαγωνισμού, One Autlet A.E., μπορεί να διατηρήσει τον χαρακτήρα της, αλλά τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο στις στοές της, όπου διασταυρώθηκαν, συγχρωτίστηκαν, διασκέδασαν, μέθυσαν, τραγούδησαν, χόρεψαν, αντάλλαξαν ευχές, υποσχέσεις και πειράγματα χιλιάδες άνθρωποι. Στα στενά της ξεχύθηκαν οι Βαλκάνιοι και οι πρώτοι Τούρκοι νεαροί επισκέπτες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη για τη συναυλία των U2 (1997). Εκεί τραγούδησε και η Γιασμίν Λεβί ως «πρωταγωνίστρια» της ταινίας «Καναρίνι μου γλυκό» του Ισραηλινού σκηνοθέτη Ρόι Σερ για τη ζωή και την καλλιτεχνική διαδρομή της Ρόζας Εσκενάζυ. Στις ταβέρνες της έδωσαν ραντεβού πριν από δέκα χρόνια (22.06.2007) περίπου 140 μέλη της οικογένειας Μοδιάνο από έντεκα χώρες του κόσμου, που συναντιούνται κάθε δύο χρόνια σε μια πόλη όπου έζησαν και δημιούργησαν οι πρόγονοί τους.

Δημιούργημα του μηχανικού Ελί Μοδιάνο –εγγονού του τραπεζίτη Σαούλ Μοδιάνο– από την πολυάριθμη κοινότητα των σεφαραδιτών, ήταν και η Αγορά που έμεινε στη συλλογική μνήμη με το όνομά του. Ήταν 23 Μαρτίου του 1925 όταν οι Θεσσαλονικείς περνούσαν το κατώφλι της. Στο φωταγωγημένο κτίριο, περιγράφει ο Κώστας Τομανάς, ένας πλούσιος μπουφές με εδέσματα υποδεχόταν τους καλεσμένους στα θυρανοίξια. Η μπίρα Όλυμπος-Νάουσα έρρεε άφθονη, μεζέδες, παστά, τουρσιά, αυγά χαμινάδος, ψάρια σεϊμέκος «έσβηναν» τη ρακή Ναχμίας, μαύρο χαβιάρι συνόδευε σαμπάνιες και γαλλικά κρασιά για τους επίσημους προσκεκλημένους. Η Θεσσαλονίκη εγκαινίαζε μία από τις πιο πρωτοποριακές σκεπαστές αγορές τροφίμων των Βαλκανίων.

Χτισμένη στην καρδιά της πόλης σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα του 19ου αιώνα, σηματοδοτούσε τη μετάβαση από τα παζάρια της Ανατολής στα σύγχρονα ευρωπαϊκά εμπορικά κέντρα, σε μια εκσυγχρονισμένη Θεσσαλονίκη που άρχισε να αναδύεται από τη στάχτη της πιο καταστροφικής της πυρκαγιάς (1917). Η «Κεντρική Στοά Τροφίμων», γνωστή ως «Αγορά Μοδιάνο», χωροθετημένη σε σημείο όπου ο Εμπράρ είχε σχεδιάσει τα μπαζαάρ της πόλης, ήταν αγορά της αστικής τάξης. Ένας πρόδρομος των σημερινών malls. Η πρωτοποριακή της οργάνωση και τα εκλεκτά της προϊόντα είχαν κερδίσει τους πελάτες της καλής κοινωνίας, αφήνοντας επί δεκαετίες το γειτονικό Καπάνι στη δεύτερη κατηγορία. Στις στοές της επικρατούσε το αδιαχώρητο. Τα καταστήματά της ήταν περιζήτητα από τους μικροεπιχειρηματίες. Ο «αέρας» μιας τρύπας άξιζε χρυσάφι. Τη φήμη και την αξία της εκτόξευσαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές του ’80 τα στέκια της. Ήταν η εποχή κατά την οποία ανάμεσα στις φρέσκες σαρδέλες και στα αρνάκια γάλακτος, στα βότανα και στα μπαχάρια, στα τυριά και στα φρέσκα ζαρζαβατικά φύτρωσαν ουζάδικα και μεζεδοπωλεία. 

«Πώς θα ξεπληρώσω τη γενναιόδωρη φιλοξενία σας όταν ήμουν φοιτητής; Θα κάνω ένα πάρτι», έλεγε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στον Θανάση τον «βομβιστή». Δεν χρειαζόταν ένα οργανωμένο πάρτι στη Μοδιάνο. Το γλέντι ήταν αυθόρμητο, πηγαίο, από εκατοντάδες επώνυμους και ανώνυμους που σύχναζαν στα ουζερί και στα ορθάδικα ψητοπωλεία. Ποιος δεν θυμάται το αδιαχώρητο στις στοές της, όπου όλοι μια παρέα «αναμμένοι» από τις ουζοποσίες ή τις οινοποσίες λικνίζονταν με τους εκκωφαντικούς ήχους των πλανόδιων μουσικών. Τα γύφτικα τουμπερλέκια, τα βιολιά, τα κλαρίνα και τους ζουρνάδες που άναβαν το κέφι. Τους «διάσημους» στη στοά «ζουρνάν-ζουρνάν» (κατά το Ντουράν Ντουράν), τον βιολιστή «Παγκανίνι», τις μπάντες από τη Γευγελή και τα Σκόπια που είχαν μυριστεί τα ατελείωτα γλέντια στη Θεσσαλονίκη.

Πρώτοι θαμώνες της Μοδιάνο ήταν οι άνθρωποι της διανόησης και της πολιτικής. Το κύμα της εναλλακτικής διασκέδασης άνοιξαν στη «Μυροβόλο Σμύρνη» και στον «Πέτρο» ο Κωστής Μοσκώφ με τις παρέες της
διανόησης που «έφεραν» στα λαϊκά στέκια την καλή κοινωνία και ο Κώστας Λαλιώτης με τους παρατρεχάμενους και τη νομενκλατούρα των ΔΕΚΟ που έσπευδε να υποβάλει τα σέβη της. Η Μοδιάνο δεν άργησε να γίνει μόδα. 

Αδεια για όρθιους και διερχόμενους

Η επιχειρηματικότητα της διασκέδασης άνθησε, μαζί και πολιτικά της στέκια. Τα «βομβίδια» άφησαν εποχή. «Νονοί» τους ήταν δικηγόροι από τα γειτονικά γραφεία που πετούσαν κροτίδες στις στοές για να σπάσουν πλάκα με τους τρομοκρατημένους από τις πρώτες επιθέσεις της «17 Νοέμβρη» πολιτικούς και πολιτευτές. Ο ιδιοκτήτης του, Θανάσης, ο επονομαζόμενος «βομβιστής», ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι θα αποκτούσε το δικό του μαγαζί στην Αγορά όταν σέρβιρε στον θρυλικό Στρατή της παραλιακής λεωφόρου, στενό συγγενή του Ελί Μοδιάνο. Ήταν ο πρώτος –ίσως και ο μοναδικός– που εξασφάλισε το 1979 άδεια «για ορθίους και διερχομένους» πληρώνοντας αέρα 500.000 δραχμές για μια γωνιακή τρύπα 7 τ.μ. στη νέα αγορά Μοδιάνο. Η έκρηξη ήρθε στα χρόνια της μεγάλης αλλαγής της πολιτικής σκηνής, με την εκλογή του Ανδρέα Παπανδρέου και το ανακάτεμα της τράπουλας όταν παλιοί αριστεροί εισχωρούσαν στο ΠΑΣΟΚ, δίνοντας τροφή για ξεφωνητό και πειράγματα. Οι ατάκες, τα ευρηματικά σχόλια, τα προεκλογικά στοιχήματα, τα γουστόζικα αστεία μεταξύ γνωστών και αγνώστων θύμιζαν σημερινό φεϊσμπουκικό καφενείο. 

Τα «βομβίδια» για μία περίπου εικοσαετία ήταν ο τόπος της πολιτικής ζύμωσης. Όλοι πέρασαν από εκεί για να τσιμπολογήσουν βομβίδια (σουτζουκάκια) στη λαδόκολλα, πολιτικολογώντας με τσίπουρο ή κρασί. Πρωθυπουργοί και υπουργοί, γενικοί γραμματείς υπουργείων, αρχηγοί κομμάτων, βουλευτές και πολιτευτές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες. Όλοι σχεδόν οι κυβερνώντες του ΠΑΣΟΚ, με τακτικούς θαμώνες τον Άκη Τσοχατζόπουλο και τον Στέλιο Παπαθεμελή, ο Κώστας Καραμανλής, η Αλέκα Παπαρήγα, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, οι Γιάννης Μαγκριώτης, Στέργιος Πιτσιόρλας, Δημήτρης Σταμάτης, Γιάννης Γκλαβίνας, Τάσος Ιντζές.

Θαμώνες θυμούνται βουλευτή του ΠΑΣΟΚ να πίνει στα «βομβίδια» μία ώρα πριν από τον γάμο του. Βουλευτή του ΠΑΣΟΚ υψηλών εθνικών και πατριωτικών τόνων, φανατικό φίλο των Σέρβων, που ξεκίνησε από την Αθήνα αποφασισμένος να πολεμήσει στο πλευρό των Σέρβων. Εγκατέλειψε όμως το σχέδιό του στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από ένα άγριο μεθύσι στη Στοά Μοδιάνο. 

«“Θανάση, μου έκαναν παρατήρηση από το κόμμα. Εκεί που συχνάζεις, έχει πολλούς αριστερούς”, μου είχε εκμυστηρευτεί ένας βουλευτής της ΝΔ. “Αν είναι να σε φακελώσουν, μην ξανάρθεις”, του πρότεινα», θυμάται ο Θανάσης. Παρέμεινε σταθερός θαμώνας. 

Αυτό ήταν τα στέκια της Μοδιάνο. «Σαν τους οπαδούς της Ντόρτμουντ και της Μονακό που ενώθηκαν αδελφωμένοι μετά το τρομοκρατικό χτύπημα. Αριστεροί και δεξιοί μαζί τσούγκριζαν τα ποτήρια, συζητούσαν, διαφωνούσαν. Ήταν ένας χώρος ξεφαντώματος, μιας γλυκιάς χαλάρωσης, διαφορετικός από τις συμβάσεις της ευπρεπούς διασκέδασης. Επικρατούσε πνεύμα αδελφοσύνης και φιλίας, που επέτρεπε τις πολιτικές διαφωνίες, τις αντιπαραθέσεις, το ξεφωνητό και το πικρό χιούμορ χωρίς να χαλάμε τις προσωπικές σχέσεις», περιγράφει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καΐσης.

Η παρακμή της άρχισε στα τέλη του ’90. Το μπαρ «Στοά» και το ουζάδικο όπου ο Τζον Μάλκοβιτς, προσκεκλημένος του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου (2007), γεύτηκε θεσσαλονικώτικους μεζέδες έκλεισαν. Από την τραγουδισμένη «Μυροβόλο» (Χειμερινοί Κολυμβητές) μόνο η ταμπέλα και οι φωτογραφίες στη σφραγισμένη είσοδο θυμίζουν τις ένδοξες εποχές. Η υγρασία και η φθορά στους τοίχους είναι εμφανείς. Από τα 145 περίπου καταστήματα, όσα λειτουργούν είναι μετρημένα στα δάχτυλα. Οι εναπομείναντες καταστηματάρχες γκρινιάζουν για την «αδιαφορία της πόλης να διατηρήσει την αγορά της», για το «ξεπούλημα» του «φιλέτου» (σημ. 1,9 εκατ. ευρώ έναντι αποτίμησης 1,75 εκατ. ευρώ) και τελούν εν αναμονή του νέου επιχειρηματικού σεναρίου μετά την έγκριση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων έναντι του ακινήτου. 

Τα πολιτικά στέκια χάθηκαν. Οι φίλοι σκορπίστηκαν, κάποιοι έφυγαν από τη ζωή, ο Άκης είναι στη φυλακή, οι πολιτικοί τουιτάρουν. Οι στοές ζωντανεύουν πια στις μεγάλες γιορτές, αλλά οι πιστοί θαμώνες βρίσκουν ακόμη κάποιες ατμοσφαιρικές γωνιές, στο «Μπαζαγιάζι» και στο «Μετέωρο βήμα της γαρίδας» -το στέκι του Νίκου Παπάζογλου-, για να σιγοτραγουδήσουν με τους ερασιτέχνες κιθαρίστες στη «σκάλα της... Μοδιάνο». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ