Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Καζάκος: Ανέστιοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Πού βρίσκεται ο τόπος που αποκαλούμε «τόπο μας»; Δεν βρίσκεται μόνο στον χάρτη. Δεν είναι μόνο ο γεωγραφικός χώρος, αλλά και οι φαντασιακές αξίες με τις οποίες τον εμψυχώνουμε. Γι’ αυτό και μπορεί κανείς να έχει μαζί του σχέσεις, ας πούμε, πνευματικές – σχέσεις πίστεως ή προδοσίας.

Ο ορισμός του τόπου και της προδοσίας που έδωσε ο Κώστας Καζάκος, και που στη συνέχεια επιχείρησε όχι πειστικά να ανασκευάσει, δεν είναι όσο μειοψηφικός τον έκανε να φαίνεται η κατακραυγή που ακολούθησε.

«Ο,τι θέλει ο νέος, δουλειά, σπίτι, οικογένεια, πρέπει να τα παλέψει και να αγωνιστεί να τα κερδίσει στον τόπο του»: Είναι μια διατύπωση που, αν δεν συμπληρωνόταν με το ανάθεμα της προδοσίας, θα προσυπέγραφαν με την ίδια ηθική βεβαιότητα οι περισσότεροι – ακόμη και οι πιο ένθερμοι καζακομάχοι. Θα προσυπέγραφαν το αξίωμα ότι έχει κάποιος καθήκον να εξαντλήσει τις αντοχές του εδώ, προτού δοκιμάσει να επιζήσει περνώντας τα σύνορα.

Ο κόσμος στον οποίο ο Καζάκος σταδιοδρόμησε, και τον οποίο έμαθε να διαβάζει μέσα από τα γυαλιά της κομμουνιστικής «θεολογίας», δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σύνορα – κι ας επαγγέλλεται ότι θα τα καταργήσει, όταν έρθει το τέλος της Ιστορίας. Εχει ανάγκη τα σύνορα ως άμυνα στην παγκοσμιοποίηση και στον κοσμοπολιτισμό – όπως ακριβώς τα έχει ανάγκη η εθνικιστική συνιστώσα της αντιπαγκοσμιοποίησης.

Ο κόσμος του Καζάκου, όμως, δεν είναι ο κόσμος των νεομεταναστών. Η γενιά που, από ανάγκη ή από προαίρεση, αναζητεί την τύχη της εκτός Ελλάδας είχε μάθει να ζει σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα.

Αυτό που τώρα εκδηλώνεται ως έλλειμμα στο εθνικό ισοζύγιο ανθρώπινου κεφαλαίου οφείλεται, και ας ακούγεται παράδοξο, στο εθνικό επίτευγμα της Μεταπολίτευσης: Στο γεγονός ότι οι γενιές που γεννήθηκαν μετά το ’74 ήταν σε ικανό βαθμό εξοπλισμένες –με γλώσσες, μεταπτυχιακά, ταξίδια και Erasmus– για να ευδοκιμήσουν σε έναν μεταεθνικό χώρο· στον ευρωπαϊκό χώρο, που πλέον αποτιμά τα εφόδιά τους σε τιμές απείρως πιο ανταγωνιστικές από αυτές που προσφέρει η νοτιοανατολική του απόληξη.

Περιγράφοντας έτσι τη νέα διασπορά, κινδυνεύει κανείς να την εξωραΐσει – να τη μεταμφιέσει σε ρεύμα αγαθής εξωστρέφειας και ρωμαλέου κοσμοπολιτισμού, παρασιωπώντας τα αληθινά της ελατήρια. Αυτοί που μεταναστεύουν, μπορεί να μεταναστεύουν εξοπλισμένοι, ή ακόμη και ανακουφισμένοι· δεν μεταναστεύουν όμως πανηγυρίζοντας.

Στη γενιά που επιχειρεί να νουθετήσει ο Καζάκος η κρίση επέβαλε αδιακρίτως μια ταυτότητα ιστορικής ανεστιότητας. Ολοι –όσοι δραπέτευσαν από τον τόπο τους, αλλά και όσοι μένουν εντός του εγκλωβισμένοι– έχουν λόγο να νιώθουν ανέστιοι. Εξόριστοι από τον ιστορικό «τόπο» που τους διαμόρφωσε και που δεν μπορεί πια να εγγυηθεί τη ζωή για την οποία τους είχε ετοιμάσει. Δεν έφυγαν εκείνοι. Ο «τόπος» έφυγε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ