ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Υπερήρωες από τα κόμικς στην οθόνη

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

H εντυπωσιακή Γκαλ Γκάντοτ ενσαρκώνει την Αμαζόνα πριγκίπισσα, η οποία θα μετατραπεί στην περίφημη Wonder Woman.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εσείς ποιους υπερήρωες προτιμάτε; Τους γυαλιστερούς και αψεγάδιαστους, που μάχονται πάντα για τα «σωστά» ιδανικά, ή τους σκοτεινούς και ρημαγμένους, που ψάχνουν πρώτα τη δική τους ταυτότητα πριν βάλουν μπρος για να σώσουν τον κόσμο; Οποια κι αν είναι η απάντηση, η παρούσα κινηματογραφική εβδομάδα δεν αφήνει παραπονούμενους, μιας και μας φέρνει δύο κομίστικους ήρωες και μάλιστα διαφορετικών... εθνοτήτων. Αρχή με την πολυαναμενόμενη «Wonder Woman», σε κλασικό χολιγουντιανό περιτύλιγμα και με το κορυφαίο «άνοιγμα» ever, από πλευράς εισπράξεων, για ταινία με γυναίκα σκηνοθέτιδα.

Η Πάτι Τζένκινς των «Μonster» και «The Killing» αναλαμβάνει να μας μεταφέρει στη μυθική χώρα των Αμαζόνων, όπου οι ατρόμητες πολεμίστριες εκπαιδεύονται σκληρά, ξεπερνώντας σε δεξιοτεχνία κάθε άνδρα μαχητή. Τα καλοχτισμένα ειδικά εφέ αλλά και τις εξαιρετικές χορογραφίες ζωντανεύουν το νησί των Αμαζόνων –εκεί διαδραματίζεται το πρώτο τρίτο της ταινίας–, το οποίο ωστόσο σύντομα θα δεχτεί απρόσκλητους επισκέπτες. Συγκεκριμένα τους αντιμαχόμενους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι ταράζουν την ηρεμία τους και παρασύρουν τη δυναμική πριγκίπισσά τους Νταϊάνα πίσω στα αιματοβαμμένα μέτωπα της Ευρώπης.

H εντυπωσιακή Γκαλ Γκάντοτ ενσαρκώνει την Αμαζόνα πριγκίπισσα, η οποία θα μετατραπεί στην περίφημη Wonder Woman, προκειμένου να νικήσει τους σατανικούς εχθρούς της και να εμποδίσει τη συνέχιση του πολέμου. Στο πλευρό της έχει τον Κρις Πάιν («Star Trek») στον ρόλο ενός Βρετανού κατασκόπου, καθώς και τη Ρόμπιν Ράιτ ως Αμαζόνα Αντιόπη. Το φιλμ, αν και υπερβολικά μακρύ σε διάρκεια, είναι συγκριτικά με τα περισσότερα κομίστικα μπλοκμπάστερ άνω του μετρίου· το καλοτοποθετημένο χιούμορ και 2-3 ωραίες σκηνές δράσης είναι άλλωστε ό,τι ζητάει κανείς από μια τέτοιου είδους παραγωγή και σε αυτά η «Wonder Woman» επιτυγχάνει διάνα.

Ηρωας και στη Ρώμη

Για όσους τώρα θέλουν κάτι διαφορετικό από τον υπερηρωικό χαρακτήρα, υπάρχει ο Τζιγκ («Με λένε Τζιγκ»), ο οποίος, αν και δεν γεννιέται με κάποιο χάρισμα, το αποκτά μετά μια απροσδόκητη βουτιά στον μολυσμένο... Τίβερη. Οσο για το παρατσούκλι του, αυτό οφείλεται σε ήρωα ιαπωνικών κινουμένων σχεδίων.

Ο Ενζο, μικροκακοποιός από τη Ρώμη, θα βρεθεί εν μια νυκτί με σούπερ δυνάμεις τις οποίες θα χρησιμοποιήσει αρχικά για προσωπικό όφελος και στη συνέχεια για να γλιτώσει τη νεαρή Αλέσια από τα νύχια ενός παλαβού γκάνγκστερ. Ο Γκαμπριέλε Μαϊνέτι μας συστήνει έναν Ευρωπαίο εκδικητή, ο οποίος αντί να κοιτάξει τον κόσμο αφ’ υψηλού (όπως συμβαίνει με τους περισσότερους Αμερικανούς), αναδύεται κυριολεκτικά μέσα από τη βρωμιά και τα κατακάθια της πόλης του. Εδώ, πέρα από τις σκηνές κουνγκ φου και τις κλωτσοπατινάδες, που δεν είναι και λίγες, ξεχωρίζουν η έντονη κοινωνική σάτιρα και το απολαυστικό γκροτέσκο, που χαρακτηρίζει τα καλύτερα του ιταλικού κινηματογράφου.

Το βαρόμετρο της εβδομαδας

«Τάνα» είναι το όνομα ενός νησιού κάπου στον νότιο Ειρηνικό, τμήμα του κράτους του Βανουάτου. Εκεί, στα βάθη του τροπικού δάσους, οι ντόπιες φυλές ζουν, κατ’ επιλογήν, χωρίς χρήματα, δυτικό ρουχισμό ή οποιεσδήποτε άλλες συνήθειες, τηρώντας τις παραδόσεις των προγόνων τους. Οι σκηνοθέτες Μάρτιν Μπάτλερ και Μπέντλι Ντιν, οι οποίοι έζησαν για καιρό ανάμεσά τους, αντί να γυρίσουν ντοκιμαντέρ προτιμούν την ιστορία μυθοπλασίας, χρησιμοποιώντας ως πρωταγωνιστές ανθρώπους της φυλής Γιακέλ. Με τη βοήθεια των τελευταίων αφηγούνται τη ρομαντική ιστορία της Γουάβα και του Νταΐν, δύο νέων που ερωτεύτηκαν κόντρα στη θέληση των δικών τους, προκαλώντας εχθροπραξίες ανάμεσα σε αντίπαλες φυλές. Ολα αυτά στη σκιά του ενεργού ηφαιστείου του νησιού, το οποίο οι ντόπιοι λατρεύουν σαν θεότητα, ενώ παράλληλα προσφέρει μερικά από τα πιο εντυπωσιακά πλάνα της ταινίας. Υποψήφιο για το ξενόγλωσσο Οσκαρ.

Στη «Χαμένη πόλη του Ζ» o Τζέιμς Γκρέι («Κάποτε στη Νέα Υόρκη») διηγείται την αληθινή ιστορία του Βρετανού συνταγματάρχη Πέρσιβαλ Φόσετ, ο οποίος πέρασε χρόνια εξερευνώντας τις αχαρτογράφητες περιοχές στα βάθη του Αμαζονίου, στις αρχές του 20ού αιώνα. Η προσέγγιση του φιλμ είναι ακαδημαϊκή, ωστόσο αυτό δεν ενοχλεί ιδιαίτερα, κυρίως λόγω της προσοχής στη λεπτομέρεια αλλά και της επικής διάστασης που το διακρίνουν. Το ασίγαστο πάθος και η αποφασιστικότητα του εξερευνητή ενσαρκώνονται πειστικά από τον Τσάρλι Χάναμ («Βασιλιάς Αρθούρος»), ο οποίος έχει στο πλευρό του τον Ρόμπερτ Πάτινσον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ