Η ΕΡΩΤΗΣΗ

«Τι θα φορέσουμε φέτος το καλοκαίρι;»

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Γράφω για μόδα. Γι’ αυτό και μερικές φορές φίλοι και γνωστοί με ρωτούν: «Τι θα φορέσουμε φέτος το καλοκαίρι;». 

Τις περισσότερες φορές απαντώ αυθόρμητα: «Ό,τι θέλουμε». Καταλαβαίνω ότι η ερώτηση που μου απευθύνουν έχει να κάνει με τις περίφημες «τάσεις» της μόδας, τα «must» της κάθε σεζόν. Παρακολουθώ, σε «χοντρές» γραμμές, τις στυλιστικές εξελίξεις, άλλωστε μια βόλτα στα μαγαζιά αρκεί για να δει κανείς την προσφορά, τις γενικές αλλά και ειδικές κατευθύνσεις των δυνατών οίκων και πώς αυτές μεταφράζονται στο «πεζοδρόμιο» μέσα από τις συνεχώς εναλλασσόμενες επιλογές στα καταστήματα των διεθνών αλυσίδων της «γρήγορης μόδας». Όμως, περισσότερο από το «τι» θα φορέσουμε αυτό το καλοκαίρι με ενδιαφέρει το «γιατί». Θέλω να πω ότι η μόδα, το στυλ γενικότερα, είναι μια κοινωνική αλλά και τόσο πολύ προσωπική υπόθεση. Φοράμε κάτι για να αρέσουμε στους άλλους, αλλά και στον εαυτό μας. Πολλές φορές η αγορά ενός κομματιού από ένα δημοφιλές brand μας δίνει την αίσθηση της «ασφάλειας», ακόμα κι όταν αυτό δεν μας πάει. Από την άλλη, όλο και περισσότερο αναζητάμε κάτι πιο ιδιαίτερο, που θα μας δώσει μια «ταυτότητα». Θέλουμε να «ανήκουμε» ή να διαφοροποιηθούμε; 

Παρακολουθώντας την εντεκάχρονη κόρη μου και τους φίλους της, είναι τόσο ξεκάθαρο ότι η μόδα είναι «γλώσσα» και επικοινωνία. Ξέρω ότι η προεφηβεία είναι η αρχή ενός μακρύ δρόμου προς την ανακάλυψη και τη διαχείριση της σεξουαλικότητας και ότι η μόδα παίζει τεράστιο ρόλο σε αυτό το μεγάλο παιχνίδι της ζωής.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που είχα την απίστευτη τύχη να βρεθώ δίπλα σε έναν «κολοσσό» της παγκόσμιας βιομηχανίας, την εξαιρετική δημοσιογράφο –και άνθρωπο– Σούζι Μένκες, συντάκτρια μόδας τότε στην εφημερίδα «International Herald Tribune» στο Παρίσι.

Στη διάρκεια των τεσσάρων συναρπαστικών ετών που ήμουν η προσωπική της βοηθός, είχα π.χ. την ευκαιρία να δω την τελευταία κολεξιόν ενός gentleman, του Hubert de Givenchy, και την πρώτη, στον ίδιο οίκο, του ανερχόμενου τότε Alexander McQueen. Είχε συμβεί να συνομιλήσω με τον Yves Saint Laurent, ενώ στις πασαρέλες της εποχής τα σόου έκλειναν η Σίντι (Κρόφορντ), η Λίντα (Eβανγκελίστα), η Κρίστι (Tέρλινγκτον) και η Κλόντια (Σίφερ), μεταξύ άλλων σούπερ μοντέλων.

Όταν συζητούσαμε, η Σούζι, η οποία σήμερα είναι International Editor δεκαεννέα διεθνών εκδόσεων της Vogue στο διαδίκτυο, έλεγε πάντα ότι τη μόδα δεν μπορούσε κανείς να τη σταματήσει, γιατί πολύ απλά είναι μια ανθρώπινη ανάγκη. Ακόμα και στις γιγαντιαίες παρελάσεις στα κομμουνιστικά χρόνια του Μάο, έλεγε, ένα μικρό λουλούδι στο πέτο ενός πειθαρχημένου στρατιώτη έκανε τη διαφορά.

Οι «επαναστάσεις» στη μόδα τώρα έχουν να κάνουν με «έξυπνα» υφάσματα και την ανερχόμενη ιδέα της βιωσιμότητας, π.χ., και όχι με τον κορσέ ή την αντρική φούστα. Την ίδια στιγμή το dress code έχει γίνει πολύ πιο χαλαρό: σήμερα ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια σε συνοδεύει στο γυμναστήριο, αλλά και στο γραφείο – στην Ελλάδα, βέβαια, όλο αυτό παίρνει άλλη διάσταση, καθώς ένα τζιν παντελόνι εμφανίζεται σε γάμους, βαφτίσια, αλλά και στο Προεδρικό Μέγαρο. Το αποτέλεσμα όμως είναι ότι η μόδα έχει γίνει κατά κάποιον τρόπο πιο «δημοκρατική» για τους καταναλωτές, απόλυτα παγκοσμιοποιημένη (κυρίως στο επίπεδο μιας όχι πάντα «διαφανούς» παραγωγής), με άφθονες επιλογές σε στυλ και τιμές.

Αυτό το καλοκαίρι, λοιπόν, η επιλογή είναι πάλι δική μας. Ας λειτουργήσει λίγο το ένστικτο και όσο κέφι (και προϋπολογισμός) μας έχει απομείνει. Κοντό-μακρύ, άσπρο-μαύρο. Τι σημασία έχει; Ας φορέσουμε αυτό που μας ταιριάζει, που έχει τη δύναμη να μας κάνει να αισθανθούμε λίγο πιο όμορφα και σίγουρα. Είναι μια «τάση» που δεν φεύγει  ποτέ από τη μόδα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ