ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οσκαρικοί βετεράνοι σε κωμωδία

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Οι τρεις αειθαλείς... γέροντες έρχονται σε φόρμα, προκειμένου να ληστέψουν την τράπεζα που τους στερεί τις συντάξεις τους.

Είναι λίγοι εκείνοι που θα φέρουν αντίρρηση στο επιχείρημα ότι το θερινό σινεμά, που έχει αυτό τον καιρό την τιμητική του, είναι ό,τι πρέπει για ανάλαφρες κωμωδίες. Καλά τα ψυχολογικά δράματα και τα σκοτεινά θρίλερ, όμως οι νύχτες του καλοκαιριού κυλούν πιο ευχάριστα συνοδευμένες από μερικές δόσεις γέλιου. Σαν αυτό που μας προσφέρουν τούτη την εβδομάδα τρεις βετεράνοι –αλλά και πολύ μεγάλοι– της κινηματογραφικής παραγωγής. Ο Μόργκαν Φρίμαν, ο Μάικλ Κέιν και ο Αλαν Αρκιν, όλοι βραβευμένοι με Οσκαρ, ενώνουν τις δυνάμεις τους για να κάνουν... ληστεία σε ένα φιλμ που αποτελεί επανέκδοση μιας δημιουργίας του Εντουαρτ Κάνον, από το 1979. Είναι πάντως για καλό σκοπό.

Τρεις παλιοί φίλοι ενημερώνονται ξαφνικά πως τα χρήματα που προορίζονται για τη σύνταξή τους έκαναν φτερά, λόγω εταιρικής κακοδιαχείρισης. Με τις οικονομικές και οικογενειακές υποχρεώσεις να «τρέχουν», οι τρεις ηλικιωμένοι άνδρες αποφασίζουν να αναλάβουν ένα παλαβό εγχείρημα: να ληστέψουν την τράπεζα που «έφαγε» τα λεφτά τους. Σύντομα βέβαια θα συνειδητοποιήσουν πως, στην κατάστασή τους, κάτι τέτοιο μόνον εύκολο δεν είναι. Ο σχετικά πρωτάρης Ζακ Μπραφ σκηνοθετεί, ενώ ο Θίοντορ Μέλφι («Αφανείς ηρωίδες») υπογράφει το σενάριο, το οποίο παίζει (φυσιολογικά) με όλα τα στερεότυπα των γηρατειών, σχολιάζοντας ωστόσο, έστω επιφανειακά, και μερικά πολύ πραγματικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής.

Μια ρήση που αποδίδεται σε αρκετές σπουδαίες προσωπικότητες της Ιστορίας υποστηρίζει πως «το μέτρο προόδου μιας κοινωνίας είναι το πώς μεταχειρίζεται τους ηλικιωμένους της». Με αυτό το μότο στην προμετωπίδα, το «Εκδίκηση με στυλ» αναθέτει σε μερικούς σπουδαίους ηθοποιούς να ψυχαγωγήσουν το κοινό, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν το θέμα της περιθωριοποίησης πολλών ανθρώπων, ειδικά στον δυτικό κόσμο, όταν εκείνοι αφήσουν πίσω τα λεγόμενα «παραγωγικά» χρόνια. Και βέβαια η τριάδα τα βγάζει πέρα μια χαρά – ειδικά ο Μάικλ Κέιν, με το μοναδικό του στυλ, είναι πραγματικά απολαυστικός. Κι όλα αυτά αποφεύγοντας, στο μεγαλύτερο κομμάτι τουλάχιστον, τις γραφικότητες και τις υπερβολές.

«Αυτές οι τράπεζες πρακτικά κατέστρεψαν τη χώρα. Διέλυσαν τα όνειρα πολλών ανθρώπων και τίποτα τελικά δεν συνέβη στις ίδιες. Εμείς, οι τρεις γέροι, χτυπάμε μια τράπεζα. Τη γλιτώνουμε και είμαστε συνταξιούχοι με αξιοπρέπεια. Στη χειρότερη περίπτωση, μας πιάνουν και έχουμε κρεβάτι, τρία γεύματα την ημέρα και καλύτερη ιατρική φροντίδα από αυτή που μας δίνουν τώρα», λέει κάποια στιγμή ο χαρακτήρας του Μάικλ Κέιν. Και αν το καλοσκεφτεί κανείς, στην εποχή της τρέλας, που καμιά φορά περνιέται για πρόοδος, κάτι τέτοιες ατάκες μοιάζουν περίπου λογικές. Σε περίπτωση πάντως που κάποιος θέλει αληθινή τρέλα, η ταινία έχει κι από αυτή· ο Κρίστοφερ Λόιντ, ο γνωστός επιστήμονας από την τριλογία «Επιστροφή στο μέλλον», συμμετέχει επίσης, ερμηνεύοντας (προφανώς) τον πιο θεοπάλαβο ηλικιωμένο από όλους.

Το βαρομετρο της εβδομαδας

Στις «Ευαίσθητες χορδές» παρακολουθούμε ένα γλυκό εφηβικό δράμα από τη Γαλλία, με θέμα τη δύναμη της αθώας αγάπης και της συντροφικότητας που γεννιέται μεταξύ δύο παιδιών. Η Μαρί είναι πρώτη μαθήτρια στο σχολείο και πολύ ταλαντούχα στο βιολοντσέλο. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πάσχει από μια νόσο που λίγο λίγο στερεί την όρασή της, με αποτέλεσμα τα όνειρά της να κινδυνεύουν. Στο σχολείο είναι και ο Βικτόρ, δυναμικός και εξωστρεφής, κάπως πίσω όμως στα μαθήματα και βέβαια κρυφά ερωτευμένος μαζί της. Εκείνη τον βοηθά να βελτιωθεί και εκείνος να αντιμετωπίσει τις καθημερινές δυσκολίες, ώστε να φτάσει στις εξετάσεις του ωδείου. O Μισέλ Μπουζενά δημιουργεί ένα αυθεντικά συγκινητικό φιλμ, γύρω από τη βαθιά και ιδιαίτερη φιλία που σημαδεύει πολλές φορές αυτές τις ηλικίες. Ενα συναίσθημα που σε κάνει να νιώθεις άτρωτος κόντρα σε ολόκληρο τον κόσμο. Με τους Σαρλ Μπερλίνγκ, Φλοράνς Γκερίν, Πασκάλ Ελμπέ.

Είναι απορίας άξιον πώς ο Μάικλ Μπέι καταφέρνει να αρμέγει την αγελάδα των υπέρογκων εισπράξεων, χρησιμοποιώντας την ίδια χιλιοπαιγμένη συνταγή. Το «Transformers 5: O τελευταίος ιππότης» δεν διαφέρει σε τίποτα από τα προηγούμενα τρία της σειράς (η πρώτη ταινία εξαιρείται, διότι ήταν όντως διασκεδαστική): ατελείωτα ειδικά εφέ ριγμένα στο μίξερ μαζί με μιλιταριστικές κορώνες και ηθικές «αξίες» για 10χρονους. Σενάριο λιγότερο από υποτυπώδες, γεμάτο ευκολίες και τρύπες μαζί με ερμηνείες (Μαρκ Γουόλμπερκ, Λόρα Χάντοκ) που σε κάνουν να νοσταλγείς τους Σάια Λεμπέφ και Μέγκαν Φοξ. Υπάρχει πάντως εδώ και ο Αντονι Χόπκινς. Πλίνθοι και κέραμοι...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ